Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Συνέντευξη της Βίκυς Τάσιου

Η συντάκτριά μας, Βίκυ Τάσιου, μιλάει στον Δημήτριο Σκρεπετό για την ομάδα της, Βιβλιοαρώματα, καθώς και για μία μεγάλη γκάμα λογοτεχνικών θεμάτων.

Πες μας δύο λόγια για εσένα, την ομάδα σου στο Facebook (Βιβλιοαρώματα) και για τις αναγνωστικές σου προτιμήσεις.

Αν θα έπρεπε να συστηθώ, θα έλεγα πως είμαι ένας άνθρωπος που αναπνέει μέσα από τις σελίδες. Τα Βιβλιοαρώματα δεν ήταν μια σχεδιασμένη ιδέα, αλλά μια αυθόρμητη ανάγκη που δημιουργήθηκε εξαιτίας της αγάπης μου για τη λογοτεχνία. Ήθελα να βρω ανθρώπους που, όπως κι εγώ, αναζητούν σε κάθε βιβλίο εκείνο το μοναδικό «άρωμα» που αφήνει μια δυνατή ιστορία στην ψυχή μας. Αυτό που ξεκίνησε πριν μια δεκαετία ως ένα ψηφιακό καταφύγιο για λίγους φίλους, έγινε τελικά μια μεγάλη, ζεστή γωνιά, όπου το βιβλίο παύει να είναι μια μοναχική ενασχόληση και μετατρέπεται σε μια γέφυρα επικοινωνίας. 

Επιπλέον, ένας από τους βασικούς λόγους που με ώθησαν στη δημιουργία της ομάδας ήταν η επιθυμία μου να συστήσω στο αναγνωστικό κοινό σχεδόν όλα τα είδη της λογοτεχνίας. Ήθελα, λοιπόν, να φτιάξω έναν χώρο όπου θα χωρούσαν όλα τα «αρώματα» της λογοτεχνίας. Στόχος μου ήταν να συστήσω στο κοινό είδη που ίσως φοβόταν ή δεν γνώριζε, από την κλασική λογοτεχνία και και τα βιβλία τρόμου, μέχρι το θρίλερ και την αρχαία ελληνική γραμματεία,  σπάζοντας τα στεγανά.

Όσο για τις δικές μου αναγνωστικές προτιμήσεις, διαβάζω σχεδόν τα πάντα. Πιστεύω ακράδαντα ότι ένας αναγνώστης πρέπει να διαβάζει τα πάντα. Η λογοτεχνία δεν μπαίνει σε καλούπια και κάθε έργο, είτε έχει αντέξει στον χρόνο είτε προέρχεται από μια φρέσκια, σύγχρονη πένα, έχει κάτι να σου προσφέρει. Αυτό που με κερδίζει είναι η αυθεντικότητα και η δύναμη των λέξεων.

Από τότε που ξεκίνησες τα Βιβλιοαρώματα μέχρι σήμερα έχει περάσει σχεδόν μία δεκαετία. Ποιες είναι οι μεγαλύτερες αλλαγές που έχεις δει στον κόσμο του βιβλίου στην Ελλάδα;

Μέσα σ’ αυτή τη δεκαετία, ο κόσμος του βιβλίου στην Ελλάδα μεταμορφώθηκε ριζικά. Η πρώτη και πιο αισθητή αλλαγή είναι η εντυπωσιακή αύξηση της παραγωγικότητας που παρατηρούμε τα τελευταία χρόνια. Η αυτοέκδοση έπαιξε καθοριστικό ρόλο σ’ αυτό, δίνοντας τη δυνατότητα να έρθουν στα χέρια μας αρκετά αξιόλογα βιβλία που ίσως δεν θα έβλεπαν ποτέ το φως της δημοσιότητας. Ωστόσο, θεωρώ ότι η αυτοέκδοση εν μέρει κατέστρεψε τον κόσμο της λογοτεχνίας, καθώς εκδίδονται πλέον αμέτρητα βιβλία χωρίς την απαραίτητη επιμέλεια, δίχως διορθώσεις και το φιλτράρισμα ενός έμπειρου εκδότη. Αυτή η έλλειψη ελέγχου ποιότητας συχνά καταλήγει να κουράζει τον αναγνώστη και να υποβαθμίζει την ίδια τη λογοτεχνία.

Μία ακόμα κομβική, αλλά αρνητική αλλαγή, είναι το φαινόμενο του BookTok, που έχει αλλοιώσει τα κριτήρια της λογοτεχνικής αξίας. Οι συνεργασίες τους με εκδοτικούς οίκους έχουν οδηγήσει σε μια ισοπεδωτική υπερπροβολή, όπου σχεδόν κάθε νέο βιβλίο παρουσιάζεται ως «αριστούργημα» ή «το απόλυτο must-read». Αυτή η έλλειψη ειλικρινούς και αντικειμενικής κριτικής, με στόχο τα views και τις πωλήσεις, δημιουργεί μια ψεύτικη εικόνα στην αγορά. Ο αναγνώστης, εμπιστευόμενος μια πληρωμένη ή κατευθυνόμενη πρόταση, τις περισσότερες φορές απογοητεύεται από το περιεχόμενο, με αποτέλεσμα να χάνεται η εμπιστοσύνη στη λογοτεχνική κριτική και να θυσιάζεται η ποιότητα στον βωμό του εφήμερου εντυπωσιασμού και των αλγορίθμων.

Παράλληλα, παρατηρούμε μια στροφή στην αισθητική αρτιότητα του βιβλίου, το οποίο πλέον αντιμετωπίζεται ως ένα αντικείμενο τέχνης. Οι εκδοτικοί οίκοι επενδύουν πλέον σημαντικά στην εξωτερική εμφάνιση, επιλέγοντας εξώφυλλα υψηλής αισθητικής αντιλαμβανόμενοι ότι η πρώτη επαφή του αναγνώστη με το βιβλίο ξεκινά από το βλέμμα και την αφή. 


Παρά την κρίση, είδαμε μια εντυπωσιακή άνθηση της ελληνικής λογοτεχνίας, ειδικά σε είδη που παλαιότερα θεωρούνταν παραλογοτεχνία ή ξένα προς εμάς, όπως η αστυνομική λογοτεχνία, τα βιβλία τρόμου και το fantasy, με τους Έλληνες συγγραφείς να στέκονται πλέον επάξια δίπλα στους ξένους.

Έχουμε δει να έρχεσαι αντιμέτωπη με διάφορα περίεργα περιστατικά στα Βιβλιοαρώματα. Πώς διαχειρίζεσαι τη διαδικτυακή τοξικότητα; 

Η αλήθεια είναι πως όσο μεγαλώνει μια κοινότητα, τόσο αυξάνονται και οι πιθανότητες να εμφανιστούν συμπεριφορές που δεν συνάδουν με το πνεύμα της. Η διαδικτυακή τοξικότητα είναι ένα φαινόμενο της εποχής μας, αλλά στα Βιβλιοαρώματα έχουμε θέσει πολύ ξεκάθαρα όρια από την πρώτη μέρα.

Προσωπικά, τη διαχειρίζομαι μ’ έναν συνδυασμό ψυχραιμίας και αποφασιστικότητας. Πιστεύω ακράδαντα ότι η ομάδα είναι ένας χώρος πολιτισμού και όχι μια αρένα για εκτόνωση προσωπικών εμπαθειών. Όταν ο διάλογος ξεφεύγει από την κριτική ενός βιβλίου και περνάει στην προσωπική επίθεση ή στην προσβολή, η παρέμβασή μου είναι άμεση. Δεν με φοβίζει το να γίνω «δυσάρεστη» προκειμένου να διαφυλάξω την αισθητική και την ηρεμία της ομάδας. Το μυστικό κρύβεται στην άρνηση να τροφοδοτήσεις την ένταση. Η τοξικότητα επιβιώνει μόνο όσο της χαρίζεις τον χρόνο και την προσοχή σου. Αφαιρώντας αυτό το «καύσιμο» και τηρώντας με συνέπεια τους κανόνες που μας ενώνουν, επιτρέπουμε στην ίδια την κοινότητα να λειτουργήσει ως ένας ζωντανός οργανισμός που αυτοπροστατεύεται. Από την αρχή της λειτουργίας οραμά μου είναι τα Βιβλιοαρώματα να αποτελούν έναν ασφαλή λιμένα, όπου κάθε αναγνώστης θα νιώθει ελεύθερος να καταθέσει την αλήθεια του.Η ελευθερία της γνώμης, χωρίς τον φόβο της επίκρισης, είναι για μένα η ύψιστη μορφή αναγνωστικού πολιτισμού.

Γιατί πιστεύεις ότι ένα μεγάλο μέρος των αναγνωστών μένει συνειδητά μακριά από Έλληνες συγγραφείς;

Είναι ένα φαινόμενο που το συναντάμε συχνά και πιστεύω πως έχει βαθιές ρίζες. Καταρχάς, υπάρχει ένα «τραύμα» από τα μαθητικά μας χρόνια. Ο τρόπος που μας συστήθηκε η ελληνική λογοτεχνία στο σχολείο έκανε πολλούς αναγνώστες να την ταυτίσουν με κάτι βαρύ ή αναγκαστικό.

Ωστόσο, η πιο ουσιαστική παρατήρηση που κάνω μέσα από την ομάδα είναι ότι πολλοί αναγνώστες στρέφονται συνειδητά στην ξένη λογοτεχνία νιώθοντας ότι η εγχώρια παραγωγή έχει εγκλωβιστεί σε μια επανάληψη. Υπάρχει η αίσθηση ότι οι Έλληνες συγγραφείς περιστρέφονται συχνά γύρω από τα ίδια, κοινότοπα θέματα ,όπως η ηθογραφία, το δράμα ή μια συγκεκριμένη προσέγγιση του παρελθόντος, χωρίς να ρισκάρουν σε νέες φόρμες ή πιο τολμηρές θεματικές. Αυτή η έλλειψη πειραματισμού δημιουργεί μια αναγνωστική κόπωση, κάνοντας το κοινό να αναζητά στα μεταφρασμένα βιβλία την πολυφωνία, τη φρεσκάδα και την ποικιλία που φαίνεται να λείπει από τα δικά μας ράφια. Μέσα από τα Βιβλιοαρώματα, προσπαθούμε να αναδείξουμε εκείνες τις φωνές που σπάνε αυτόν τον κύκλο της επανάληψης.

Υπάρχει όμως και ένας ακόμα παράγοντας, ίσως ο πιο απογοητευτικός, που αφορά τη στάση ορισμένων δημιουργών. Παρατηρώ ότι πολλοί Έλληνες συγγραφείς επιδεικνύουν μια ακατανόητη αχαριστία. Σπάνια θα μπουν στον κόπο να πουν ένα απλό «ευχαριστώ» για μια θετική κριτική που αναδεικνύει το έργο τους, θεωρώντας την ίσως δεδομένη.

Ακόμα χειρότερα, γινόμαστε συχνά μάρτυρες μιας επιθετικής αμυντικής στάσης: όταν ασκηθεί μια αρνητική ή έστω πιο αυστηρή κριτική, είτε οι ίδιοι οι συγγραφείς είτε οι «αυλικοί» τους εξαπολύουν επιθέσεις προς τον αναγνώστη. Αυτή η έλλειψη ψυχραιμίας και η αδυναμία αποδοχής της αντίθετης γνώμης δημιουργεί ένα τοξικό κλίμα που διώχνει το κοινό. Ο αναγνώστης θέλει να νιώθει ότι ο συγγραφέας σέβεται την κρίση του, κι όταν αυτόν τον σεβασμό δεν τον βρίσκει στην εγχώρια παραγωγή, είναι μοιραίο να στρέψει το βλέμμα του στο εξωτερικό.

Ποιο λογοτεχνικό είδος θεωρείς ότι ταιριάζει περισσότερο στην ελληνική ιδιοπροσωπία;

Θεωρώ ότι η ελληνική ιδιοπροσωπία βρίσκει τον καθρέφτη της κυρίως στο ιστορικό μυθιστόρημα. Ως λαός, έχουμε  ανάγκη να επιστρέφουμε στο παρελθόν μας, να αναζητάμε τις ρίζες μας και να κατανοούμε το «σήμερα» μέσα από τα τραύματα και τους θριάμβους του «χθες». Η ιστορία για τον Έλληνα δεν είναι απλώς ημερομηνίες, είναι συναίσθημα, είναι οικογενειακές αφηγήσεις και συλλογική μνήμη. Παράλληλα, μας ταιριάζει πολύ το κοινωνικό δράμα με έντονο το ανθρωποκεντρικό στοιχείο. Είμαστε ένας λαός εξωστρεφής, με έντονο ταμπεραμέντο, που συγκινείται από την ανθρώπινη μοίρα, τις σχέσεις και τα κοινωνικά αδιέξοδα. Μας αρέσει να βλέπουμε τον εαυτό μας μέσα στις ιστορίες, να ταυτιζόμαστε με τα πάθη των ηρώων και να αναλύουμε τις ηθικές τους επιλογές. Ίσως γι’ αυτό και το αστυνομικό μυθιστόρημα γνωρίζει τέτοια άνθηση τελευταία στην Ελλάδα: όχι τόσο για το μυστήριο αυτό καθαυτό, όσο για την κοινωνική κριτική και την αποτύπωση της ελληνικής πραγματικότητας που συχνά εμπεριέχει. Τελικά, αυτό που αναζητά η ελληνική ψυχή σε κάθε είδος είναι η αυθεντικότητα και το συναίσθημα. Θέλουμε το βιβλίο να «μιλάει» στην καρδιά μας.

Έχεις καταφερθεί πολύ έντονα εναντίον του Goodreads. Θες να μας πεις τι δεν σου αρέσει εκεί και πώς θα ήταν για εσένα μια ιδανική διαδικτυακή πλατφόρμα βιβλίων;

Η κριτική μου απέναντι στο Goodreads δεν είναι μια ιδιοτροπία, αλλά πηγάζει από την αγάπη μου για την αντικειμενικότητα. Αυτό που κάποτε ξεκίνησε ως ένα χρήσιμο εργαλείο για τον αναγνώστη, έχει μετατραπεί πλέον σε μια αρένα σκοπιμοτήτων. Με δυσαρεστεί βαθύτατα το γεγονός ότι η πλατφόρμα έχει καταλήξει ένα μέσο «τακτοποίησης λογαριασμών». Είναι πια κοινό μυστικό ότι πολλοί συγγραφείς και οι κύκλοι τους μπαίνουν στη διαδικασία να βάζουν ένα αστέρι σε συναδέλφους τους καθαρά λόγω ανταγωνισμού, προσπαθώντας να «χαντακώσουν» ένα έργο. Στον αντίποδα, βλέπουμε το φαινόμενο της αδικαιολόγητης αποθέωσης: βιβλία που βαθμολογούνται με πέντε αστέρια από «κολλητούς» και φίλους του συγγραφέα, δημιουργώντας μια ψευδή εικόνα για την ποιότητα του έργου. Όταν η κριτική παύει να είναι αναγνωστική και γίνεται προσωπική ή συναλλακτική, η πλατφόρμα χάνει τον λόγο ύπαρξής της. Για εμένα, μια ιδανική διαδικτυακή πλατφόρμα θα έπρεπε να έχει δικλείδες ασφαλείας. Θα ήθελα έναν χώρο όπου η βαθμολογία δεν θα ήταν μια ξερή κλίμακα 1-5, αλλά θα βασιζόταν σε συγκεκριμένα κριτήρια (π.χ. γραφή, πλοκή, χαρακτήρες). Έναν χώρο που θα προωθεί τον ουσιαστικό διάλογο και όχι το «bullying» της βαθμολόγησης. Πάνω από όλα, όμως, ονειρεύομαι μια πλατφόρμα που θα επιβραβεύει την ειλικρίνεια και θα προστατεύει το βιβλίο από τις «συμμορίες» του διαδικτύου, δίνοντας έμφαση στην εμπειρία της ανάγνωσης και όχι στην ψηφιακή ανθρωποφαγία.

Ποιους κρυφούς θησαυρούς έχεις ανακαλύψει όλα αυτά τα χρόνια; Βιβλία δηλαδή που σε εντυπωσίασαν, αλλά δεν είχαν αντίστοιχη απήχηση.

Αυτή είναι ίσως η πιο γοητευτική πλευρά της ενασχόλησής μου με τα Βιβλιοαρώματα. Όλα αυτά τα χρόνια, έχω ανακαλύψει πραγματικά «διαμάντια» που κρύβονταν σε καταλόγους μικρών εκδοτικών οίκων. Πρόκειται για βιβλία με συγκλονιστική γραφή και βαθιά νοήματα, τα οποία όμως δεν είχαν την τύχη να υποστηριχθούν από μεγάλες διαφημιστικές καμπάνιες, ακριβό promotion ή την προώθηση που τους άξιζε βάσει της ποιότητάς τους.

Δεν θα ήθελα να σταθώ σε συγκεκριμένους τίτλους ή συγγραφείς, γιατί ο κατάλογος είναι μακρύς και σίγουρα θα ξεχάσω κάποιον, αδικώντας μια προσπάθεια που με άγγιξε. Αυτό που μπορώ να πω με βεβαιότητα, όμως, είναι ότι η πραγματική λογοτεχνική αξία δεν συμβαδίζει πάντα με τις λίστες των ευπώλητων. Υπάρχουν κείμενα που εκδόθηκαν αθόρυβα, σε μικρά τιράζ, αλλά είχαν τη δύναμη να αλλάξουν τον τρόπο που σκέφτομαι. Για μένα, η μεγαλύτερη ικανοποίηση είναι όταν καταφέρνουμε μέσα στην ομάδα να «σπρώξουμε» έναν τέτοιο κρυφό θησαυρό προς το φως και να του δώσουμε τη φωνή που του στέρησαν οι κανόνες του μάρκετινγκ.

Ποια είναι η αγαπημένη σου ιστορική περίοδος και ποια σχετικά βιβλία έχεις ξεχωρίσει;

Αν και ως αναγνώστρια είμαι ανοιχτή σε όλα τα ερεθίσματα, η καρδιά μου χτυπά λίγο πιο δυνατά για τρεις συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους. Η πρώτη μου μεγάλη αγάπη, η βάση των πάντων, είναι η Αρχαία Ελλάδα. Με γοητεύει η διαχρονικότητα των αξιών της, η γέννηση της δημοκρατίας και το πώς οι αρχαίες τραγωδίες και τα έπη καταφέρνουν ακόμα και σήμερα να μιλούν στην ψυχή του σύγχρονου ανθρώπου με μια αξεπέραστη δύναμη. Ακολουθεί ο Μεσαίωνας, μια περίοδος που με μαγεύει με το ιδιότυπο μείγμα σκοταδιού και πνευματικότητας, τους ιπποτικούς κώδικες τιμής και την ατμόσφαιρα των κάστρων που κρύβουν μυστικά αιώνων. Είναι μια εποχή που στη λογοτεχνία προσφέρει απίστευτο βάθος και μυστικισμό. Τέλος, με κερδίζει η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, για την επιβλητικότητα, τις πολιτικές ίντριγκες και το μεγαλείο ενός κόσμου που χτίστηκε πάνω σε νόμους και στρατηγική.

Όσον αφορά τα βιβλία που έχω ξεχωρίσει, επιλέγω συνειδητά να μην αναφερθώ σε συγκεκριμένους τίτλους, καθώς η λίστα είναι μεγάλη και κάθε έργο με άγγιξε για διαφορετικούς λόγους. Ωστόσο, αυτό που μπορώ να πω είναι τι αναζητώ σε ένα βιβλίο αυτών των περιόδων για να το θεωρήσω «διαμάντι».

Ξεχωρίζω εκείνα τα έργα που καταφέρνουν να αναβιώσουν την Ιστορία όχι ως μια στεγνή παράθεση γεγονότων, αλλά ως μια ζωντανή, παλλόμενη εμπειρία. Με κερδίζουν οι συγγραφείς που έχουν κάνει εμβριθή έρευνα και καταφέρνουν να μεταφέρουν τον αναγνώστη στον χρόνο, επιτρέποντάς του να «μυρίσει» την ατμόσφαιρα της εποχής, είτε πρόκειται για την αγορά της αρχαίας Αθήνας, είτε για ένα ομιχλώδες μεσαιωνικό μοναστήρι.

Αυτό που κάνει ένα βιβλίο να ξεχωρίζει στα μάτια μου είναι η ισορροπία: να σέβεται το ιστορικό πλαίσιο, αλλά ταυτόχρονα να αναδεικνύει την ανθρώπινη διάσταση των ηρώων, τα πάθη και τα διλήμματά τους. Επιλέγω εκείνα τα έργα που κάνουν το παρελθόν να μοιάζει με έναν καθρέφτη του παρόντος, αποδεικνύοντας ότι τα μεγάλα συναισθήματα και οι ηθικές συγκρούσεις του ανθρώπου παραμένουν οι κοινές ρίζες που μας συνδέουν με κάθε εποχή, ανεξάρτητα από το πόσοι αιώνες μας χωρίζουν.

Θεωρείς ότι τα βιβλία έχουν ψυχοθεραπευτική επίδραση;

Πιστεύω ακράδαντα πως η ανάγνωση είναι μια από τις πιο ήσυχες, αλλά και πιο βαθιές μορφές θεραπείας. Για εμένα, το βιβλίο δεν είναι απλώς ένα μέσο ψυχαγωγίας, αλλά ένα καταφύγιο και, ταυτόχρονα, ένας καθρέφτης.

Έχει τη μοναδική ιδιότητα να «γιατρεύει» τη μοναξιά, όχι επειδή μας απομονώνει από τον κόσμο, αλλά επειδή μας συνδέει με τις εμπειρίες άλλων ανθρώπων. Όταν βρίσκεις τις δικές σου μύχιες σκέψεις ή τους φόβους σου αποτυπωμένους στα λόγια ενός ήρωα, συμβαίνει κάτι μαγικό: νιώθεις λιγότερο μόνος, νιώθεις ότι κάποιος σε κατάλαβε χωρίς καν να σε γνωρίζει. Αυτή η ταύτιση λειτουργεί λυτρωτικά. Στα Βιβλιοαρώματα, βλέπω καθημερινά ανθρώπους να αναζητούν σε μια ιστορία το «βάλσαμο» για μια δύσκολη μέρα ή την απάντηση σ’ ένα προσωπικό αδιέξοδο. Η ανάγνωση μας δίνει τον απαραίτητο χρόνο να επιβραδύνουμε, να αναπνεύσουμε και να δούμε τη ζωή μας από μια άλλη οπτική γωνία. Τελικά, αν η ψυχοθεραπεία είναι η διαδρομή προς την αυτογνωσία, τότε κάθε καλό βιβλίο είναι ένα βήμα σε αυτόν τον δρόμο. Είναι το φως που ανάβει σ’ ένα σκοτεινό δωμάτιο της ψυχής μας, θυμίζοντάς μας πως, όσο δύσκολη κι αν είναι η πραγματικότητα, πάντα υπάρχει ένας κόσμος όπου μπορούμε να βρούμε ελπίδα και παρηγοριά.

Έχεις δει διαφορά στην αναγνωστική σου εμπειρία μεταξύ χαρτιού και οθόνης;

Η διαφορά είναι χαώδης, όχι τόσο στην πληροφορία που λαμβάνει το μυαλό, όσο στην τελετουργία που βιώνει η ψυχή. Για εμένα, το χάρτινο βιβλίο είναι μια εμπειρία που εμπλέκει όλες τις αισθήσεις. Είναι το βάρος του στα χέρια σου, η ιδιαίτερη μυρωδιά του χαρτιού, αυτό το μοναδικό «βιβλιοάρωμα» που έδωσε και το όνομά του στην ομάδα μας και ο ήχος της σελίδας που γυρίζει, σηματοδοτώντας το πέρασμα σε ένα νέο κεφάλαιο. Το χαρτί έχει μια «ζεστασιά» και μια υλική υπόσταση που σε κρατά γειωμένο στο παρόν, επιτρέποντάς σου να βυθιστείς στην ιστορία χωρίς τους περισπασμούς μιας οθόνης. Από την άλλη, δεν μπορώ να αρνηθώ την πρακτικότητα της οθόνης. Είναι ένα χρήσιμο εργαλείο, ειδικά για ταξίδια ή για την άμεση πρόσβαση σε ξένη βιβλιογραφία, όμως η σχέση παραμένει κάπως… «αποστειρωμένη». Στην οθόνη διαβάζεις, αλλά στο χαρτί κατοικείς.

Στο τυπωμένο βιβλίο μπορείς να αφήσεις το σημάδι σου, να τσακίσεις μια σελίδα, να υπογραμμίσεις μια φράση που σε συγκλόνισε. Γίνεται ένα κομμάτι της προσωπικής σου ιστορίας. Μια βιβλιοθήκη γεμάτη χάρτινα βιβλία είναι ένας ζωντανός χάρτης των αναμνήσεών μας, ενώ μια ψηφιακή λίστα παραμένει απλώς αρχεία σε μια μνήμη. Για εμένα, όσο κι αν προχωρά η τεχνολογία, η σύνδεση που δημιουργείται με το μελάνι πάνω στο χαρτί θα παραμένει πάντα αξεπέραστη.

Έχεις καταφέρει να κάνεις άτομα του κύκλου σου να αγαπήσουν το βιβλίο;

Η αλήθεια είναι πως η αγάπη για το βιβλίο είναι κολλητική, αρκεί να τη μεταφέρεις όχι ως «πρέπει», αλλά ως μια συναρπαστική περιπέτεια. Στον κύκλο μου, νιώθω μεγάλη χαρά όταν βλέπω φίλους που είχαν χρόνια να ακουμπήσουν βιβλίο, να μου ζητούν πλέον προτάσεις ή να μου λένε πως μια δική μου ανάρτηση τους κίνησε την περιέργεια να ξεκινήσουν πάλι. Το να γίνεσαι η γέφυρα ανάμεσα σε έναν άνθρωπο και μια ιστορία που θα του αλλάξει τη διάθεση ή τη σκέψη, είναι μια μικρή καθημερινή νίκη.

Ωστόσο, υπάρχει μια γλυκόπικρη ειρωνεία στην όλη υπόθεση: ενώ έχω καταφέρει να «μυήσω» τόσους ανθρώπους μέσα από τα Βιβλιοαρώματα, το μεγάλο μου στοίχημα κάτω από τη δική μου στέγη παραμένει… ανεκπλήρωτο. Ο γιος μου, παρά το γεγονός ότι μεγαλώνει σ’ ένα σπίτι που οι τοίχοι του είναι «ντυμένοι» με χιλιάδες σελίδες, φαίνεται να έχει αναπτύξει μια αξιοθαύμαστη ανοσία στη γοητεία τους.

Το μεγάλο μου άγχος, λοιπόν, πέρα από το αν θα γίνει ένας σωστός άνθρωπος, είναι το τι θα απογίνουν όλοι αυτοί οι θησαυροί που έχω συγκεντρώσει στη συλλογή μου όταν εγώ θα φύγω από τη ζωή. Φαντάζομαι τη σκηνή: εγώ να τον κοιτάζω από κάπου ψηλά κι εκείνος να αναρωτιέται αν μπορεί να χρησιμοποιήσει τις πρώτες εκδόσεις μου για να στηρίξει κανένα τραπέζι ή, ακόμα χειρότερα, να τα δώσει όλα για πούλημα. Μάλλον θα πρέπει να του αφήσω μαζί με τη διαθήκη και μια λίστα με τη σπανιότητα των αντιτύπων, μπας και συγκινηθεί τουλάχιστον από την αξία τους.

Ας κλείσουμε μ’ ένα υποθετικό σενάριο. Έστω ότι μπορείς να διαμορφώσεις τη βιβλιοθήκη σου όπως θες (μέγεθος, αισθητική, βιβλία, έπιπλα, εξοπλισμός κ.λπ.) χωρίς οικονομικούς, χωροταξικούς ή άλλους περιορισμούς. Δώσε μας μια ιδέα του πώς θα έμοιαζε.

Αν οι περιορισμοί της πραγματικότητας έπαυαν να υπάρχουν, η βιβλιοθήκη μου δεν θα ήταν απλώς ένα δωμάτιο, αλλά ένας ναός της ηρεμίας. Φανταστείτε έναν χώρο με πανύψηλους τοίχους από σκούρο ξύλο καρυδιάς, όπου τα ράφια φτάνουν μέχρι την οροφή και οι μετακινήσεις γίνονται με εκείνες τις παλιές, κυλιόμενες σκάλες που κάνουν τον χρόνο να σταματά. Το φως θα ήταν το μυστικό της συστατικό: τεράστια παράθυρα που θα ατένιζαν το απέραντο γαλάζιο, προσφέροντας μια ανεμπόδιστη θέα στη θάλασσα. Το ηλιοβασίλεμα θα χάιδευε τις ράχες των βιβλίων, ενώ ο μακρινός, ρυθμικός ήχος του κύματος θα έντυνε μουσικά κάθε μου ανάγνωση. Για το βράδυ, θα υπήρχαν κλασικά φωτιστικά με πράσινο γυαλί και η ζεστασιά ενός πέτρινου τζακιού.

Στα ράφια της, οι πρώτες εκδόσεις των αγαπημένων μου κλασικών θα συνυπήρχαν με σπάνια χειρόγραφα για τον Μεσαίωνα και την Αρχαία Ελλάδα, όλα τοποθετημένα όχι με αυστηρή ταξινόμηση, αλλά με τη λογική της καρδιάς μου. Θα υπήρχε επίσης μια κρυφή γωνιά, ένα «αναγνωστήριο» μέσα στη βιβλιοθήκη, όπου ο θόρυβος του κόσμου δεν θα έφτανε ποτέ.

Ένας τόπος που θα σε έκανε να νιώθεις ότι, ανοίγοντας ένα βιβλίο, δεν αλλάζεις απλώς σελίδα, αλλά κόσμο. Ένα καταφύγιο όπου η μόνη υποχρέωση θα ήταν η απόλαυση της ανάγνωσης και η μόνη βιασύνη, το να προλάβεις να δεις τι συμβαίνει στο επόμενο κεφάλαιο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *