Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Βυζάντιο και Δυτική Αναγέννηση

Η παραγνωρισμένη μορφή του καρδιναλίου Βησσαρίωνα

του συντάκτη μας, Σπύρου Καλατζή

Η Αναγέννηση ξεκίνησε από τις πόλεις της Βόρειας Ιταλίας, κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα. Κατά μία άποψη, οι γνώσεις και η κλασική παιδεία των Ελλήνων λογίων του Βυζαντίου υπήρξαν καθοριστικές, τόσο για την εμφάνιση, όσο και για την εξέλιξή της. Μάλιστα, ο Γάλλος ιστορικός Ph. de Commines (1447-1511), υποστήριξε ότι χωρίς την κατάλυση του Βυζαντίου, η Αναγέννηση δεν θα μπορούσε να συντελεστεί. Αντίθετα, υπάρχουν άλλοι που αμφισβητούν την προσφορά των βυζαντινών λογίων, όπως ο Ελβετός ιστορικός C. J. Burckhardt (1818-1897), που αναζητά τα αίτια της Αναγέννησης στην αναβίωση των ιταλικών πόλεων-κρατών και στη στροφή προς νέα πολιτισμικά πρότυπα, αποδίδοντας δευτερεύοντα ρόλο στη μελέτη της αρχαιότητας.

Η Αναγέννηση και ο Ουμανισμός στην Ιταλία

Η Αναγέννηση ως φαινόμενο και η πνευματική της συνιστώσα, ο Ουμανισμός, συνίστανται, πολύ επιγραμματικά, στην επιστροφή στο πνεύμα της αρχαιότητας: τα σύμβολα και οι εικόνες που αντλήθηκαν εκείνη την περίοδο από τους αρχαίους ποιητές και φιλοσόφους, συνέβαλαν στην κατανόηση της φύσης μέσα από έναν ανθρώπινο λόγο, απαλλαγμένο από τον μεσαιωνικό σχολαστικισμό. Ο πολιτισμός της Αναγέννησης ήταν αστικός και σχετίστηκε με την επιθυμία νέων κοινωνικών στρωμάτων για ανάδειξη και ανέλιξη, πέρα από τα στεγανά που ίσχυαν στη φεουδαρχία. Η αναβίωση των ιταλικών πόλεων, η οποία ξεκίνησε στα τέλη του Μεσαίωνα, η ανάδειξή τους σε κέντρα οικονομικής ανάπτυξης και η μετατόπιση της κοινωνικής ζωής από την ύπαιθρο προς αυτές, ήταν αναγκαία συνθήκη για το αναγεννησιακό πολιτιστικό φαινόμενο.

Η διοίκηση στις πόλεις, παρά τον ολιγαρχικό της χαρακτήρα, διακρινόταν από ορθολογισμό, με αποτέλεσμα οι δημιουργικές δυνάμεις της κοινωνίας, απελευθερωμένες από τις φεουδαρχικές δομές και ακαμψίες, να πάρουν πρωτοβουλίες. Σ’ αυτό έπαιξαν ρόλο και οι τοπικοί ηγεμόνες-μαικήνες, στηρίζοντας τους ουμανιστές, ηθικά και υλικά. Ο νέος τύπος ανθρώπου, ο αναγεννησιακός άνθρωπος, όριζε ο ίδιος τη μοίρα του, εκφραζόταν μέσα σ’ ένα ευρύ πεδίο δημιουργίας και αναζήτησης, χωρίς να δεσμεύεται από τη θεοκρατική ηθική του Μεσαίωνα: ήταν ο homo universalis, πολιτικός, διπλωμάτης, ποιητής, αρχιτέκτονας αθλητής και φιλόσοφος που χαιρόταν τη ζωή του, σε αντίθεση με τη μεσαιωνική αντίληψη, που ήθελε τον άνθρωπο εξαρτημένο από τη θεία βούληση, αμαρτωλό και διαβρωμένο, που όφειλε να αγωνιστεί για τη μεταθανάτια ζωή.

Η έξοδος από τον μεσαιωνικό σχολαστικισμό κατά την πρώιμη Αναγέννηση, είχε πρωτοστάτη τον Πετράρχη (1304-1374). Ήταν η αντίδραση στη σχολαστική διαλεκτική και συνοδεύτηκε από την εκ νέου ανακάλυψη των ξεχασμένων έργων της αρχαίας γραμματείας. Η αναζήτηση των ουμανιστικών προτύπων στα αρχαία κείμενα, προϋπέθετε την ανεύρεση των σχετικών χειρογράφων, τα οποία οι ουμανιστές προσπάθησαν να συλλέξουν, ερευνώντας σε ελληνικές και δυτικές μονές. Τα κείμενα αυτά έπρεπε να αντιγραφούν, να μεταφραστούν και να σχολιαστούν, απαλείφοντας τυχόν λάθη, ώστε να δημοσιευθούν και να χρησιμοποιηθούν για εκπαιδευτικούς σκοπούς. Ο Ουμανισμός αποτέλεσε ένα ριζοσπαστικό και πλήρες ιδεώδες για την παιδεία: με την ίδρυση σχολείων θα διαπλαθόταν ο homo universalis. Φυσικά, στην υλοποίηση του ουμανιστικού εκπαιδευτικού προγράμματος συνέβαλε και η ανακάλυψη της τυπογραφίας στα μέσα του 15ου αιώνα από τον Γουτεμβέργιο.  

Τονίζεται, τέλος, ότι η ερμηνεία της αρχαιότητας από τους ανθρώπους της Αναγέννησης έγινε με γνώμονα τις πνευματικές και κοινωνικές ανάγκες της εποχής τους, χωρίς στείρα αντιγραφή και μηχανική μίμηση. Αν και παρατηρήθηκε κάποια επιμονή στις λατινικές πηγές, από φόβο μήπως το ουμανιστικό πνεύμα επηρεαστεί αρνητικά από τον «στείρο φιλολογισμό» για τον οποίο κατηγορούσαν οι Δυτικοί το ελληνογενές Βυζάντιο, αυτό δεν εμπόδισε τον ενθουσιασμό των ουμανιστών για τους Έλληνες δασκάλους και τις ελληνικές σπουδές που αυτοί προώθησαν στην Ιταλία.

Ουμανιστικό κίνημα και Βυζάντιο 

Καθώς ο οθωμανικός κλοιός έσφιγγε γύρω από το βυζαντινό κράτος, κατά το δεύτερο μισό του 14ου αιώνα, αρκετοί Έλληνες λόγιοι μετανάστευσαν στη Δύση. Σημαντικότερος αυτών υπήρξε ο Μανουήλ Χρυσολωράς (1350-1415), ο οποίος δίδαξε αρχαία ελληνική γραμματεία στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας, μεταξύ 1396 και 1399. Η παρουσία του προετοίμασε, ουσιαστικά, το έδαφος για την υποδοχή και άλλων Βυζαντινών λογίων στην Ιταλία, καθώς τις διαλέξεις του παρακολουθούσε πλήθος κόσμου, μεταξύ αυτών και διάσημοι φλωρεντίνοι ουμανιστές. 

Μετά την κατάκτηση της Θεσσαλονίκης από τους Οθωμανούς, το 1430 και τη σύνοδο της Φεράρας-Φλωρεντίας (1438-1439) με ζητούμενο την (επαν)ένωση των δύο εκκλησιών, καθολικής και ορθόδοξης, γεγονός με βαρυσήμαντο πολιτικό ρόλο, καθώς βοήθησε στην ώσμωση των δύο αντίπαλων παραδόσεων, υπήρξε νέο κύμα φυγής λογίων. Διασημότερος όλων ήταν ο Γεώργιος Γεμιστός ή Πλήθων (1355-1452), ο οποίος όμως παρέμεινε στη Δύση για μικρό χρονικό διάστημα. Ο Πλήθων, κατεξοχήν νεοπλατωνικός φιλόσοφος, παραβρέθηκε στη σύνοδο σαν παρατηρητής, όπου ήρθε σε επαφή με πλατωνίζοντες κύκλους. Σ’ αυτούς ανέπτυξε τις απόψεις του για την ανωτερότητα του Πλάτωνα σε σχέση με τον Αριστοτέλη και συνέγραψε το Περί ων Αριστοτέλης προς Πλάτωνα διαφέρεται. Φαίνεται ότι, μέσω του Πλήθωνα, οι δυτικοί λόγιοι συνειδητοποίησαν τις διαφορές μεταξύ Πλάτωνα και Αριστοτέλη, γεγονός που συνετέλεσε στην αποδέσμευσή τους από την απόλυτη κυριαρχία της αριστοτελικής φιλοσοφίας. Την ίδια εποχή, εμφανίστηκε στο προσκήνιο και ο μαθητής του Πλήθωνος, ο Βησσαρίων (1403-1472). 

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, το 1453, το κύμα εξόδου εντάθηκε, με κύριο προορισμό την ιταλική χερσόνησο. Σε αυτό συνετέλεσε και η διαίρεσή της σε πόλεις-κράτη και ο μεταξύ τους ανταγωνισμός στον πλούτο και στην καλλιέργεια των κλασικών γραμμάτων, του Ουμανισμού και των καλών τεχνών. Ειδικότερα στην Βενετία, δημιουργήθηκε μια ελληνική κοινότητα, που παρείχε στα μέλη της ένα αίσθημα οικειότητας και σύνδεσης με το παρελθόν τους. Λίγο μακρύτερα, στην Φλωρεντία, ο Cosimo de’ Medici (1389-1464), υπό την επιρροή των ιδεών του Πλήθωνος, ίδρυσε το 1462 την Πλατωνική Ακαδημία, ενώ προσέλαβε και τον φιλόσοφο Ιωάννη Αργυρόπουλο (1415-1487) για να διδάξει αρχαία ελληνικά στον γιό του. Ο Αργυρόπουλος δίδαξε ως καθηγητής αρχαίας ελληνικής φιλολογίας στο πανεπιστήμιο της Φλωρεντίας για δεκατέσσερα χρόνια. Εκεί δίδαξαν, επίσης, οι Ανδρόνικος Κάλλιστος (1400-1486) και Δημήτριος Χαλκοκονδύλης (1423-1511).

Ένας ακόμα μαθητής του Πλήθωνα, ο Γεώργιος Ερμώνυμος (1452-1508) από την Σπάρτη, δίδαξε ελληνικά στην Γαλλία, έχοντας, μάλιστα, μαθητή τον Έρασμο (1466-1536). Τέλος, άλλος ένας Έλληνας λόγιος που δίδαξε στη Δύση, ήταν ο Ιανός Λάσκαρις (1445-1534). Υπήρξε βιβλιοθηκάριος του Lorenzo de’ Medici (1449-1492), για λογαριασμό του οποίου ταξίδεψε στην Ελλάδα, αναζητώντας χειρόγραφα. Προσδοκώντας την απελευθέρωση της πατρίδας, υπηρέτησε τον Κάρολο Η΄ (1470-1498) της Γαλλίας, ως βιβλιοθηκάριος και ως διπλωμάτης και όντας πρέσβης της Γαλλίας στην Ρώμη, ανέπτυξε μεγάλη δραστηριότητα, πείθοντας μάλιστα τον πάπα Λέοντα Ι΄ (1475-1521) να ιδρύσει ελληνικό γυμνάσιο.

Ο καρδινάλιος Βησσαρίων: από το Βυζάντιο στη Δύση

Από τους Έλληνες λόγιους που μετανάστευσαν στη Δύση, ξεχώρισε ο Βησσαρίων. Γεννήθηκε στην Τραπεζούντα και το 1423 έγινε δόκιμος μοναχός (οπότε και ονομάσθηκε Βησσαρίων, καθότι το βαπτιστικό του όνομα ήταν Βασίλειος). Διέμεινε στον Μυστρά μεταξύ των ετών 1430 και 1436 και ήταν μαθητής του Πλήθωνος. Από αυτόν διδάχθηκε, μεταξύ άλλων, την πλατωνική και νεοπλατωνική  φιλοσοφία, της οποίας υπήρξε έκτοτε θερμός υποστηρικτής. Το 1437 χειροτονήθηκε επίσκοπος Νικαίας και στη συνέχεια, συμμετείχε στη σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας, ως μέλος της βυζαντινής αντιπροσωπείας. Μάλιστα, ήταν εκείνος που ανέγνωσε στα ελληνικά και υπέγραψε τον ενωτικό όρκο. Προκάλεσε μεγάλη εντύπωση και χρίστηκε εν τη απουσία του, πιθανώς χωρίς να έχει ούτε ο ίδιος ενημερωθεί, καρδινάλιος της Βασιλικής των δώδεκα Αποστόλων στην Ρώμη, από τον πάπα Ευγένιο Δ΄ (1383-1447) το 1439. Υπήρξε υποστηρικτής της Ένωσης των εκκλησιών, εγκαταστάθηκε στην Ιταλία γύρω στο 1440 και προσπάθησε να μεταδώσει στη λατινική Δύση το φιλοσοφικό πνεύμα της ελληνικής Ανατολής. Το 1455 και το 1471, προτάθηκε, ανεπιτυχώς για τον παπικό θρόνο, ενώ από το 1463 έφερε τον τίτλο του ρωμαιοκαθολικού πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως.

Η θέρμη με την οποία υποστήριξε την Ένωση δικαιολογείται από το ότι σε αυτή έβλεπε τον μόνο τρόπο της σωτηρίας του Βυζαντίου. Στη μόνιμη κατοικία του, μια έπαυλη στην Ρώμη, δεχόταν και προστάτευε Έλληνες πρόσφυγες. Εκεί, λειτουργούσε ένα είδος άτυπης Ακαδημίας, όπου λάμβαναν χώρα συζητήσεις για φιλοσοφικά και φιλολογικά θέματα. Συχνά, οι λόγιοι που εύρισκαν καταφύγιο στην κατοικία του Βησσαρίωνα, έφεραν μαζί τους ελληνικά χειρόγραφα, τα οποία εκείνος φρόντιζε να μεταφραστούν στα λατινικά. Σ’ αυτόν τον κύκλο των λογίων, που εκδήλωσε μια αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων στην Ρώμη, ανήκαν μεταξύ άλλων οι Μιχαήλ Αποστόλης (1420-1478), Γεώργιος Τραπεζούντιος (1395-1472), Θεόδωρος Γαζής (1398-1475) και Ανδρόνικος Κάλλιστος (περ. 1400-1486). 

Επηρεασμένος από τις απόψεις του Πλήθωνος, ο Βησσαρίων πίστευε ότι το αρχαίο ελληνικό πνεύμα μπορούσε να βοηθήσει στην απόδοση κοινωνικής δικαιοσύνης. Ως εκ τούτου, συνέβαλε στη συστηματική μελέτη της ελληνικής γραμματείας, μεταφράζοντας ο ίδιος στα λατινικά, έργα του Ξενοφώντα, του Αριστοτέλη, του Δημοσθένη και του Μεγάλου Βασιλείου. Είχε, επίσης, το όραμα μιας πανευρωπαϊκής σταυροφορίας κατά των Οθωμανών και εργάστηκε προς αυτήν την κατεύθυνση, με επιστολές, υπομνήματα και εκκλήσεις προς ηγεμόνες και πάπες, εκφωνώντας, συνάμα, λόγους σε συνέδρια, που στη συνέχεια εκδόθηκαν, συμβάλλοντας στην ανάδειξη του οθωμανικού κινδύνου. Μεταξύ αυτών, ξεχωρίζουν οι δύο Orationes ad principes Italiae contra Turcas (Λόγοι προς τους Ιταλούς πρίγκιπες εναντίον των Τούρκων). 

Ο Βησσαρίων ζούσε στην Ρώμη, ωστόσο αγαπούσε πολύ την Βενετία, που τη θεωρούσε «ένα άλλο Βυζάντιο». Προσπάθησε να περισώσει όσα βιβλία μπορούσε και το 1468 δώρισε μέρος της συλλογής του στη Γερουσία της Βενετίας. Μετά τον θάνατό του, κληροδοτήθηκε στην Βενετία και το υπόλοιπο της συλλογής του, η οποία ανερχόταν, συνολικά, σε περίπου χίλια εκατό έργα κλασικών Ελλήνων και Λατίνων συγγραφέων, αλλά και Βυζαντινών, ουμανιστών και σχολαστικών. Σ’ αυτή, συμπεριλαμβάνονταν έργα λογοτεχνίας, ποίησης, ιστορίας, φιλοσοφίας, μαθηματικών, θεολογίας και ιατρικής. Η συλλογή που δώρισε ο Βησσαρίων, αποτέλεσε τη βάση της περίφημης Μαρκιανής Βιβλιοθήκης

Συμπεράσματα

Οι βυζαντινοί και μεταβυζαντινοί Έλληνες λόγιοι της διασποράς, συνέβαλαν στη διάδοση των αρχαίων ελληνικών γραμμάτων στην αναγεννησιακή Δύση, μέσα από τη διδασκαλία της ελληνικής φιλολογίας και φιλοσοφίας, αλλά και με την έμμεση ή την άμεση συμβολή τους στην ίδρυση σχολείων και ακαδημιών. Ανάλογη ήταν και η προσφορά τους στην περισυλλογή και στην αντιγραφή αρχαίων χειρογράφων και στην έκδοση αρχαίων και μεσαιωνικών κειμένων. Κρίνοντας γενικότερα, η συμβολή τους στην Αναγέννηση δεν ήταν ούτε συμπτωματική, ούτε περιστασιακή, αλλά αποφασιστική, μέσω της γνώσης της ελληνικής και της λατινικής γλώσσας και της εξοικείωσής τους με κείμενα της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας.

Ο καρδινάλιος Βησσαρίων, ο οποίος χαρακτηρίστηκε από τον Λορέντσο Βάλλα ως «ο πιο Έλληνας από τους Λατίνους και ο πιο Λατίνος από τους Έλληνες», ξεχώρισε και ανέπτυξε δράσεις και πρωτοβουλίες σε διάφορες κατευθύνσεις, αλλά η μορφή του παραμένει σχεδόν άγνωστη εκτός των ακαδημαϊκών κύκλων, εξαιτίας, ίσως, της συμβολής του στην ένωση των εκκλησιών και της «μεταστροφής» του στον καθολικισμό, γεγονός που θα έπρεπε να αξιολογηθεί με βάση τις τότε επικρατούσες συνθήκες. Παρ’ όλα αυτά, το έργο του δεν γίνεται να αγνοηθεί, ακόμα και από εκείνους που κατακρίνουν τη στάση του. 

Φίλες και φίλοι, μείνετε συντονισμένοι στην Κοιλάδα της Γνώσης για περισσότερα άρθρα ιστορικής, λογοτεχνικής και λοιπής φύσης, παρουσιάσεις βιβλίων, συνεντεύξεις και κληρώσεις…

  • Ακολουθήστε μας στο Facebook εδώ
  • Γραφτείτε στην ομάδα μας Φίλοι Ιστορικού Μυθιστορήματος στο Facebook εδώ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *