Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Καποδίστριας: Λίγες Σκέψεις αντί Κριτικής

του συντάκτη μας, Σπύρου Καλατζή

Σχεδόν κάθε χρόνο μετά το 2010, κάποια ελληνική κινηματογραφική παραγωγή θα συζητηθεί και θα τραβήξει το ενδιαφέρον των θεατών, κόβοντας αναλογικά μεγάλο αριθμό εισιτηρίων. Πέρσι ήταν το Υπάρχω, λίγο πιο πριν η Φόνισσα και η Ευτυχία, ακόμα πιο παλιά οι ταινίες του Παπακαλιάτη, το Αν… και το Ένας άλλος κόσμος, ενώ αν πάμε και προ κρίσης, έχουμε δει πολύ μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες, όπως οι Νύφες, η Νήσος, το El Greco, η Πολίτικη Κουζίνα, και ούτω καθεξής. Ακόμα και ταινίες, όπως ο Καζαντζάκης και οι δύο ταινίες για την Σμύρνη, δεν τα πήγαν καθόλου άσχημα, καθότι, όπως φαίνεται, το ελληνικό κοινό διψά για καλά και κατανοητά έργα.

Για τη σεζόν 2025-26, αυτή η παραγωγή είναι ο Καποδίστριας. Μεγάλος ντόρος, συζητήσεις και αντιπαραθέσεις, ιδεολογικά φορτισμένες, που ξεκίνησαν από την προβολή του ολιγόλεπτου τρέιλερ και κορυφώθηκαν με την επίσημη προβολή ανήμερα των Χριστουγέννων. Έχοντας πλέον παρακολουθήσει και εγώ την ταινία, καταθέτω την προσωπική μου άποψη, χωρίς φόβο και πάθος.

Oι εντυπώσεις που μου έμειναν ήταν μικτές. Και εξηγούμαι: γενικά, το σινεμά που φτιάχνει ο Σμαραγδής μου φαίνεται αργό, ενίοτε βαρετό και φλύαρο, με την εξαίρεση της ταινίας για τον Βαρβάκη: Ο Θεός αγαπάει το χαβιάρι. Έτσι, μπήκα στην αίθουσα με μικρές προσδοκίες και μ’ ένα μεγάλο κουτί ποπ κορν. Η εναρκτήρια σκηνή, με την άμαξα να διασχίζει το χιονισμένο τοπίο, με κέρδισε και τελικά ένα από τα πλεονεκτήματα του Καποδίστρια ήταν το αισθητικό αποτέλεσμα. Στην πλειονότητά τους οι σκηνές, όσον αφορά τη φωτογραφία, ήταν ευχάριστες στο μάτι: τα κοστούμια είχαν χρώμα, οι εξωτερικές αλλά και οι εσωτερικές λήψεις ήταν καλές, ενώ τα ιστορικά κτήρια ήταν ταιριαστά. Από την άλλη, οι σκηνές με τα οράματα της Παναγίας δεν ήταν και αριστουργήματα, ενώ εξίσου «φτηνές» ήταν οι σκηνές της έναρξης της Επανάστασης (γύρω στους τριάντα κομπάρσους ροβολάνε μια πλαγιά, χωρίς να ξέρουν, ούτε οι ίδιοι ούτε ο θεατής, πού πηγαίνουν), αλλά και της υποδοχής στο Ναύπλιο (άλλοι τριάντα κομπάρσοι, μάλλον οι ίδιοι με τη σκηνή της Επανάστασης, αποθεώνουν τον Κυβερνήτη, αλλά όταν ανοίγει λίγο το πλάνο, φαίνεται ότι δεν υπάρχει κανείς άλλος εκεί γύρω). Σ’ αυτές τις δύο σκηνές, όπως και σε εκείνη της πυρπόλησης του στόλου, είναι μάλλον εμφανής η έλλειψη φινέτσας, παρά η έλλειψη κονδυλίων. Σε μια παραγωγή επτά εκατομμυρίων ευρώ, έλειψαν πέντε με δέκα χιλιάδες, για να προσλάβουν και να ντύσουν μερικές δεκάδες παραπάνω κομπάρσους; Ή, αφού η σκηνή με τα αραγμένα πολεμικά ήταν ούτως ή άλλως CGI, πόσο παραπάνω θα κόστιζε να τα απεικόνιζαν και μέσα στις φλόγες; Παρόμοιες παρατηρήσεις μπορούν να γίνουν και σε αρκετές άλλες «άδειες» σκηνές.

Για το σενάριο και για την ποιότητα των διαλόγων μπορούν να ειπωθούν πολλά και διάφορα. Σε μερικούς δεν άρεσε η επιμονή στη σχέση με την Ρωξάνδρα. Σε κάποιους δεν άρεσε το «εύρημα» του Νικόδημου, ενός χαρακτήρα ο οποίος υποκαθιστά αυτό που στη λογοτεχνία ονομάζεται «παντογνώστης αφηγητής». Σε πολλούς φάνηκε ενδιαφέρουσα η πληροφόρηση για την προεπαναστατική ζωή και δράση του Καποδίστρια, ειδικά στο θέμα της Ελβετίας. Και σε άλλους άρεσε η επιμονή στη σύγκρουση με τους Μωραΐτες προύχοντες και το ενδιαφέρον για τον απλό λαό. Αυτό που έχω να παρατηρήσω είναι ότι η κάθε ταινία αποτελεί προσωπική δημιουργία του σκηνοθέτη της και αυτός επιλέγει το πού θα δώσει βάρος και το τι θα αφήσει απ’ έξω, όπως και το ποια οπτική γωνία θα επιλέξει για να παρουσιάσει γεγονότα. Παρ’ όλα αυτά, η κριτική από τον κάθε θεατή είναι αναμενόμενη και αναπόφευκτη. 

Η πρώτη μου ένσταση είναι η απλή και επιγραμματική αναφορά σημαντικών και επιτυχημένων ενεργειών του Καποδίστρια, τόσο στη διαπραγμάτευση των όρων της ανεξαρτησίας και των συνόρων του νεοσύστατου κράτους, όσο και στην οργάνωση της πολιτείας, στην εκπαίδευση, στη δημόσια διοίκηση, στον στρατό και στην ασφάλεια. Ένας πιο ταλαντούχος δημιουργός θα μπορούσε ίσως να πετύχει κάτι πολύ καλύτερο με μια δυο τρίλεπτες σεκάνς, που θα έδιναν και παραπάνω νεύρο στην ταινία. 

Η δεύτερη ένστασή μου είναι η σχεδόν «αγιοποίηση» του Κυβερνήτη και η «δαιμονοποίηση» των Μαυρομιχαλαίων, του Μιαούλη, του Κουντουριώτη και άλλων αγωνιστών της Επανάστασης. Νομίζω όμως ότι θα έπρεπε να υπάρξει κάποιο αντίβαρο στον τρόπο που παρουσιάζονται αυτά τα ιστορικά πρόσωπα, που πολέμησαν με λύσσα τον Οθωμανό και ζήτησαν εκ των υστέρων μερίδιο στην εξουσία. Το ίδιο συμβαίνει και στο επίπεδο των εξωτερικών σχέσεων: Αυστρία και Μ. Βρετανία, από τη μια, στον ρόλο των απόλυτων «κακών» και Ρωσία, από την άλλη, να εμφανίζεται ως μια συμπαθητική υπερδύναμη. Παραγνωρίζεται δηλαδή ότι χωρίς την εξωτερική βοήθεια των Αγγλογάλλων, όπως και των Ρώσων, πιθανότατα ο Ιμπραήμ θα είχε συντρίψει την Επανάσταση.

Η τρίτη ένσταση είναι για το ότι ο Καποδίστριας εμφανίζεται να γνωρίζει επ’ ακριβώς τον τόπο και την ημέρα που θα γίνει η απόπειρα της δολοφονίας του, όπως και τον υποψήφιο δράστη. Ο απροκάλυπτος παραλληλισμός με τη βιβλική αναφορά στην προδοσία και το φιλί του Ιούδα, αλλά και στην αποδοχή της θυσίας από τον Ιησού, προκειμένου να σώσει την ανθρωπότητα, μοιάζει χονδροειδής. Από την άλλη, κάποιοι διαλέγουν να αγιογραφήσουν τον Μπελογιάννη, τον Βενιζέλο, ή τον JFK σε διεθνές επίπεδο, οπότε ο κάθε Σμαραγδής έχει το δικαίωμα να πράξει το ίδιο με τον Καποδίστρια.

Οι ερμηνείες δεν ήταν άσχημες, χωρίς όμως να πιάνουν και υψηλές επιδόσεις. Νομίζω ότι ο Μυριαγκός, ως εικόνα του Κυβερνήτη, ήταν επιτυχημένη επιλογή. Τα πιο γνωστά ονόματα, όπως ο Παλαντζίδης και ο Κοντογιαννίδης, δεν τα πάνε άσχημα στους μικρούς ρόλους τους, ωστόσο δεν μπορώ να πω το ίδιο για την εικόνα που βγάζει η Φραγκιαδάκη ως Ρωξάνδρα Στούρτζα, ούτε για τον αταίριαστο, με τον ρόλο του Κολοκοτρώνη, Μουμούρη. 

Τελειώνοντας τις σκέψεις μου, θα ήθελα να σταθώ σε κάποιους αναχρονισμούς ή και σφάλματα που εντόπισα με μια πρώτη ματιά, τα οποία και αυτά δείχνουν έλλειψη φινέτσας: η γαλανόλευκη με τον σταυρό στη μέση δεν είχε καθιερωθεί ως εθνικό σύμβολο προεπαναστατικά, ώστε να στολίζει την Βλαχέρνα στην Κέρκυρα. Η μελοποίηση των δύο πρώτων στροφών του «Ύμνου εις την Ελευθερία» καθιερώθηκε ως εθνικός ύμνος πολύ αργότερα και αμφιβάλλω αν θα μπορούσε να είναι γνωστή και να διδάσκεται σε παιδιά του δημοτικού στο Ναύπλιο. Επίσης δεν είμαι σίγουρος αν στα 1830 υπήρχαν δασκάλες και σίγουρα δεν υπήρχαν μπλοκ ζωγραφικής από χαρτί. Τέλος, αφού ο σκηνοθέτης επέλεξε να ζουμάρει σε χειρόγραφες επιστολές των δύο ερωτευμένων, θα έπρεπε να προσέξει ώστε στο ερωτηματικό «πώς» να μπει περισπωμένη και όχι οξεία (πολυτονικό, γαρ). 

Αρκετά, όμως, με τις κακίες. Αυτό που μένει είναι μια μάλλον θετική εικόνα, τουλάχιστον για όποιον κρατά μικρό καλάθι, που θα μπορούσε να είναι ακόμα καλύτερη. Όμως, κανείς άλλος δεν ασχολήθηκε με μια ανάλογη ταινία, οπότε και μόνο για το ότι το επιχείρησε ο Σμαραγδής του αξίζει ένα μπράβο, το οποίο θα ήταν μεγαλύτερο αν έλειπαν κάποιες υπερφίαλες δηλώσεις από τη μεριά του. Εν κατακλείδι, αν σας ενδιαφέρει το θέμα, δείτε τον Καποδίστρια, σχηματίστε τη δική σας άποψη και μην ακούτε γνώμες τρίτων.

Φίλες και φίλοι, μείνετε συντονισμένοι στην Κοιλάδα της Γνώσης για περισσότερα άρθρα ιστορικής, λογοτεχνικής και λοιπής φύσης, παρουσιάσεις βιβλίων, συνεντεύξεις και κληρώσεις…

  • Ακολουθήστε μας στο Facebook εδώ
  • Γραφτείτε στην ομάδα μας Φίλοι Ιστορικού Μυθιστορήματος στο Facebook εδώ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *