του Δημήτριου Σκρεπετού
Σύμφωνα με τους ίδιους τους κορυφαίους συγγραφείς αλλά και με την κοινή λογική, η συγγραφή βιβλίων, καλών βιβλίων, είναι μια επίπονη, χρονοβόρα και ψυχοφθόρα διαδικασία. Πρέπει να γίνει έρευνα, να σχεδιαστεί μια καλή πλοκή και ενδιαφέροντες χαρακτήρες, να γραφτούν πολλά χέρια του βιβλίου και να το δουν πολλά μάτια επιμελητών μέχρι να προκύψει το προσδοκώμενο αποτέλεσμα. Όμως, αν τελικά γραφτεί ένα καλό βιβλίο, ακόμα κι αν είναι ένα πάρα πολύ καλό βιβλίο, είναι πιθανό να μην εκδοθεί καν. Αλλά και στην περίπτωση που εκδοθεί, τουλάχιστον στην Ελλάδα, αυτό που γίνεται συχνά είναι να μην πληρώνεται ο συγγραφέας, ενώ έχουμε και τις περιπτώσεις που ο συγγραφέας πληρώνει τον εκδοτικό οίκο -η λεγόμενη αυτοέκδοση- κάτι που γίνεται και στο εξωτερικό. Ωστόσο, η έκδοση ενός βιβλίου δεν συνεπάγεται αυτόματα και την καταξίωσή του: η συντριπτική πλειονότητα των βιβλίων που εκδίδονται παγκοσμίως, περνάει πλήρως απαρατήρητη. Κι όμως, συχνά ακούγεται η έκφραση, σαν παρηγοριά στον άρρωστο, πως «το καλό βιβλίο θα βρει τον δρόμο του». Αυτό όχι μόνο είναι ψευδές, αλλά και επικίνδυνο. Ας δούμε γιατί.
Ακούγεται ευρέως πως «12 εκδοτικοί οίκοι απέρριψαν το πρώτο βιβλίο της σειράς Χάρι Πότερ της Τζ. Κ. Ρόουλινγκ» ή πως «30 εκδοτικοί οίκοι απέρριψαν το μυθιστόρημα Κάρι, το πρώτο βιβλίο του Στίβεν Κινγκ». Τόσο η Τζ. Κ. Ρόουλινγκ όσο και ο Στίβεν Κινγκ είναι από τους δημοφιλέστερους συγγραφείς παγκοσμίως διαχρονικώς, με εκατοντάδες εκατομμύρια πωλήσεις. Δεν είναι όμως μόνο οι αναγνώστες που τους λατρεύουν αλλά και οι εν δυνάμει συγγραφείς. Μέσα στη δυσκολία του να γράψουν το βιβλίο που ονειρεύονται και να το εκδώσουν -είτε είναι καλό είτε όχι, δεν έχει σημασία, διότι στο μυαλό του συγγραφέα είναι συνήθως αριστούργημα-, παίρνουν κουράγιο και ελπίδα αναλογιζόμενοι ότι δύο συγγραφικά τέρατα όπως η Ρόουλινγκ και ο Κινγκ είχαν παρόμοιες δυσκολίες. Και εδώ ακριβώς ξεκινούν τα προβλήματα.
Δεν πρόκειται να αμφισβητήσω τις 12 απορρίψεις της πρωτοεμφανιζόμενης Ρόουλινγκ και τις 30 του πρωτοεμφανιζόμενου Κινγκ. Αυτό που θα αμφισβητήσω είναι το συμπέρασμα που εξάγουν πολλοί εν δυνάμει συγγραφείς από αυτές τις επαναλαμβανόμενες απορρίψεις. Στο μυαλό αυτών των συγγραφέων λοιπόν, δημιουργείται η σκέψη πως, αφού τα κατάφεραν αυτοί οι δύο, γιατί να μην τα καταφέρω κι εγώ; Αρκεί να επιμείνω κι άλλο και να στέλνω το βιβλίο μου και σε άλλους εκδοτικούς, ακόμα-ακόμα και να πληρώσω ώστε να εκδοθεί. Άλλωστε είναι αριστούργημα, με το που βρεθεί στα ράφια των βιβλιοπωλείων θα γίνει ανάρπαστο. Άρα, πιστεύουν στον μύθο που θέλει το καλό βιβλίο να βρίσκει τον δρόμο του. Ίσως και σε άλλες ιστορίες για αγρίους.
Γιατί όμως λέω πως η ρήση ότι το καλό βιβλίο θα βρει τον δρόμο του είναι μύθος; Ας επιστρέψουμε στη γέννηση της ρήσης: προέρχεται από κάποια καλά βιβλία, όπως της Ρόουλινγκ και του Κινγκ που και εκδόθηκαν και έγιναν επιτυχίες. Έχουμε δηλαδή λίγα δεδομένα του παρελθόντος από τα οποία βγαίνει ένα γενικό συμπέρασμα για το μέλλον: αυτό ακριβώς είναι ο ορισμός της επαγωγής. Η επαγωγή έχει οριστεί και μελετηθεί ήδη από τον Αριστοτέλη και χρησιμοποιείται ευρέως στην επιστημολογία και στη φιλοσοφία. Δεκάδες νόμοι της φυσικής, όπως οι νόμοι του Νεύτωνα, έχουν προκύψει μέσω της επαγωγής: τα λίγα δεδομένα του παρελθόντος (εν προκειμένω οι μετρήσεις της μάζας, ταχύτητας κ.λπ. ενός αντικειμένου) χρησιμοποιήθηκαν για να βγει ένα γενικό συμπέρασμα για το μέλλον (π.χ. τι ταχύτητα θα αποκτήσει ένα αντικείμενο τάδε μάζας αν του ασκηθεί η δείνα δύναμη).
Η επαγωγή λειτουργεί αρκετές φορές καλά, όμως έχει συγκεκριμένα προβλήματα που επισημάνθηκαν επίσης από την αρχαιότητα, από τον Σέξτο Εμπειρικό, τον Πύρρωνα και άλλους. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι τα λίγα δεδομένα του παρελθόντος δεν είναι πάντα αντιπροσωπευτικά. Παραδείγματος χάριν, οι Ευρωπαίοι μέχρι τον 18ο αιώνα είχαν δει μόνο λευκούς κύκνους (δεδομένα του παρελθόντος), οπότε έβγαλαν το συμπέρασμα ότι στον κόσμο υπάρχουν μόνο λευκοί κύκνοι. Μέχρι που έφτασαν στην Αυστραλία και ανακάλυψαν μαύρους κύκνους, οπότε η επαγωγή τους αποδείχτηκε λανθασμένη, ακριβώς διότι τα δεδομένα τους δεν ήταν αντιπροσωπευτικά. Υπάρχουν πλείστα όσα σχετικά παραδείγματα, από ριψοκίνδυνους οδηγούς που νομίζουν ότι επειδή έχουν οδηγήσει μεθυσμένοι κάμποσες φορές θα μπορούν να το κάνουν πάντα και τελικά καταλήγουν σε δυστυχήματα έως τους εθισμένους στο καζίνο, που επειδή κέρδισαν μερικές φορές συνεχόμενα συνεχίζουν να παίζουν πιστεύοντας ότι θα κερδίζουν επ’ άπειρον μέχρι που χρεοκοπούν. Και φυσικά υπάρχουν και οι επιτήδειοι, που προσπαθούν να πουλήσουν κάποιο προϊόν τους και λένε στον πελάτη μόνο τα θετικά δεδομένα των δοκιμών, όπως φαρμακευτικές εταιρείες που κρύβουν αρνητικές έρευνες των φαρμάκων τους και τράπεζες που παρουσιάζουν μόνο τις θετικές χρονιές των χρηματοπιστωτικών προϊόντων τους.
Γιατί όμως οι άνθρωποι παραπλανώνονται από τα δεδομένα του παρελθόντος, που δεν ξέρουν καν αν είναι αντιπροσωπευτικά, και βγάζουν επαγωγικά συμπεράσματα; Στην περίπτωσή μας, έχει εν πολλοίς να κάνει με άγνοια και με εθελοτυφλία. Ακόμα δηλαδή και να μην ξέρει κανείς περιπτώσεις πέραν της Ρόουλινγκ και του Κινγκ, μπορεί να σκεφτεί ότι για κάθε Ρόουλινγκ και για κάθε Κινγκ ίσως να υπάρχουν άλλοι εκατό ή χίλιοι συγγραφείς που να έχουν γράψει ακόμα καλύτερα βιβλία, αλλά είτε να μην εκδόθηκαν είτε να μην πούλησαν παρά ελάχιστα. Γιατί; Υπάρχουν πολλοί λόγοι. Ας δούμε πρώτα γιατί μπορεί να μην εκδόθηκαν. Έστω λοιπόν, ένας συγγραφέας που έχει γράψει ένα αριστούργημα, αλλά -όπως ο Κινγκ και η Ρόουλινγκ- δέχεται τη μία απόρριψη πίσω από την άλλη. Κάποια στιγμή απογοητεύεται και τα παρατάει ή τελικά, πεθαίνει ή αρρωσταίνει ή έχει προβλήματα βιοπορισμού και δεν διαθέτει όρεξη ή χρόνο για γράψιμο: όπως και να έχει, το βιβλίο του δεν εκδίδεται ποτέ. Έστω όμως, ότι καταφέρνει να το εκδώσει· και πάλι η επιτυχία είναι αβέβαιη: μπορεί το βιβλίο να συμπέσει με εκδόσεις πιο καλών ή πιο εμπορικών βιβλίων, μπορεί οι αρχικές κριτικές να είναι μέτριες ή κακές, μπορεί η αγορά να είναι κορεσμένη, μπορεί ο εκδοτικός να μην κάνει καθόλου καλή εμπορική προώθηση, μπορεί, μπορεί, μπορεί…
Τέτοιες περιπτώσεις εμπορικής αποτυχίας ενός πολύ καλού βιβλίου όμως, δεν ακούγονται συχνά και ο λόγος είναι πολύ απλός: καταλήγουν στο Νεκροταφείο των Αποτυχιών. Έχετε ακούσει για τον Χριστόφορο Κολόμβο και την Ανακάλυψη της Αμερικής το 1492, αλλά όχι για τους Γενοβέζους αδελφούς Βιβάλντι το 1291 ή για την πορτογαζέλικη αποστολή Ντούμο-Εστρέιτο το 1486, σωστά; Αυτό συμβαίνει διότι εκείνες οι αποστολές απέτυχαν και οι άνθρωποι θυμούνται πολύ περισσότερο τις επιτυχίες παρά τις αποτυχίες, κοιτάνε το Πάνθεον των Επιτυχιών και παραβλέπουν το Νεκροταφείο των Αποτυχιών. Έτσι γίνεται και με τα βιβλία: αν ψάξει κανείς στη λογοτεχνική πτέρυγα του Νεκροταφείου των Αποτυχιών, μπορεί όντως να βρει καλά βιβλία που για διάφορους λόγους δεν κατάφεραν να βρουν τον δρόμο τους, ενώ αν κοιτάξει μόνο στο Πάνθεον των Επιτυχιών θα δει τον Κινγκ και την Ρόουλινγκ και θα βγάλει λάθος συμπεράσματα.
Δεν εναντιώνομαι στην ελπίδα: είναι απαραίτητη σε κάθε δύσκολη προσπάθεια, όπως η συγγραφή και η έκδοση ενός βιβλίου. Εναντιώνομαι όμως στην ψεύτικη ελπίδα, σ’ εκείνη που κοιτάζει μόνο το Πάνθεον των Επιτυχιών, βγάζει λανθασμένα επαγωγικά συμπεράσματα και καταλήγει συχνά στην απογοήτευση και στην αποτυχία. Το Νεκροταφείο των Αποτυχιών έχει πολύ περισσότερα μαθήματα να δώσει σε όποιον δεν θέλει να εθελοτυφλεί και μέσω αυτών των μαθημάτων μπορεί να βρει πραγματική ελπίδα. Για αυτό και εναντιώνομαι στον μύθο του «καλού βιβλίου που θα βρει τον δρόμο του». Καθώς και σε άλλες ιστορίες για αγρίους.
Φίλες και φίλοι, μείνετε συντονισμένοι στην Κοιλάδα της Γνώσης για περισσότερα άρθρα ιστορικής, λογοτεχνικής και λοιπής φύσης, παρουσιάσεις βιβλίων, συνεντεύξεις και κληρώσεις…
