Μεταπηδήστε στο περιεχόμενο

Ρενώ ντε Σατιγιόν: ο πιο σιχαμερός Σταυροφόρος;

του συνεργάτη μας, Νίκου Φαρούπου

Ο Ρενώ ντε Σατιγιόν ήταν ιππότης της Δεύτερης Σταυροφορίας (1147-1149) και παρέμεινε στους Αγίους Τόπους και μετά την καταστροφική της κατάληξη. Από το 1153 ήταν ο πρίγκηψ του φράγκικου Πριγκιπάτου της Αντιόχειας και το 1156, προφασιζόμενος την άρνηση του αυτοκράτορα Μανουήλ να του πληρώσει ένα ποσό που του είχε υποσχεθεί, αποφάσισε να εκδικηθεί εξαπολύοντας μια επίθεση εναντίον της βυζαντινής Κύπρου. Zήτησε από τον πατριάρχη της Αντιόχειας να πληρώσει τα έξοδα της εκστρατείας και, καθώς εκείνος έδειχνε αναποφάσιστος, ο Ρενώ τον έριξε στη φυλακή, τον βασάνισε και μετά, αφού άλειψε τις πληγές του με μέλι, τον αλυσόδεσε και τον εξέθεσε στον ήλιο, αφήνοντας χιλιάδες έντομα να κατατσιμπούν το σώμα του. Βέβαια, ο πατριάρχης άνοιξε τελικά το ταμείο του και ο πρίγκιπας αποβιβάστηκε στις ακτές του νησιού της Μεσογείου όπου συνέτριψε χωρίς δυσκολία τη μικρή βυζαντινή φρουρά και εξαπέλυσε τους άνδρες του στο νησί. Αυτό που συνέβη στην Κύπρο την άνοιξη του 1156 ήταν τόσο τρομακτικό που το νησί δεν θα το ξεπερνούσε ποτέ. Από τον βορρά ως τον νότο όλες οι καλλιέργειες καταστράφηκαν συστηματικά, όλα τα κοπάδια σφάχτηκαν, τα παλάτια, οι εκκλησίες και τα μοναστήρια λεηλατήθηκαν, ενώ ό,τι δεν μπορούσε να μεταφερθεί γκρεμιζόταν επί τόπου ή καιγόταν. Οι γυναίκες βιάστηκαν, οι γέροι και τα παιδιά σφαγιάστηκαν, οι πλούσιοι αιχμαλωτίστηκαν και οι φτωχοί αποκεφαλίστηκαν. Ο Ρενώ, πριν φύγει φορτωμένος με λάφυρα διέταξε τη συγκέντρωση όλων των Ελλήνων κληρικών και μοναχών, τους έκοψε τη μύτη και τους έστειλε ακρωτηριασμένους στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Μανουήλ έπρεπε να εκδικηθεί. Αλλά, όντας Ρωμαίος αυτοκράτωρ, δεν μπορούσε να φερθεί με χυδαίο τρόπο. Αυτό που επεδίωκε άλλωστε ήταν η επανάκτηση του μεγαλείου του και η δημόσια ταπείνωση του ιππότη-ληστή της Αντιόχειας. Ο Ρενώ, που γνώριζε ότι κάθε αντίσταση ήταν μάταιη, αποφάσισε να ζητήσει συγγνώμη μόλις έμαθε ότι ο βυζαντινός στρατός πήρε το δρόμο για την Συρία. Τόσο δουλοπρεπής, όσο και προπέτης, παρουσιάστηκε στο στρατόπεδο του αυτοκράτορα Μανουήλ ξυπόλητος, ντυμένος σαν ζητιάνος και ρίχτηκε μπροστά στον αυτοκρατορικό θρόνο. Ο Μανουήλ όμως έκανε πως δεν τον είχε δει και συνέχισε ήρεμα τη συζήτηση με τους καλεσμένους του -μεταξύ των οποίων απεσταλμένοι του Νουρεντίν, εμίρη του Χαλεπίου-, μέχρι που λίγο μετά καταδέχτηκε να του ρίξει ένα βλέμμα και να του υποδείξει με μια περιφρονητική κίνηση ν’ ανασηκωθεί.

Ο Ρενώ εν τέλει συγχωρέθηκε κι έτσι διατήρησε το πριγκιπάτο του, αλλά η φήμη του στην Συρία αμαυρώθηκε εντελώς. Τον επόμενο χρόνο αιχμαλωτίστηκε από τους στρατιώτες του Χαλεπιού κατά τη διάρκεια μιας επιχείρησης-λεηλασίας που έκανε στα βόρεια της πόλης, πράγμα που του στοίχισε δεκάξι χρόνια φυλάκισης, πριν εμφανιστεί ξανά στο προσκήνιο για να παίξει τον πιο βδελυρό ρόλο που του έταξε η μοίρα. Όσο για τον Μανουήλ, η εξουσία του συνέχισε να ενισχύεται: κατόρθωσε να επιβληθεί τόσο στο φράγκικο Πριγκιπάτο της Αντιόχειας όσο και στα τουρκικά κράτη της Μικράς Ασίας, ξαναδίνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο στην αυτοκρατορία τη δυνατότητα να παίζει έναν αποτελεσματικό ρόλο στις υποθέσεις της Συρίας -για τελευταία φορά στην ιστορία. 


Το 1187 ο Σαλαντίν νίκησε τους Σταυροφόρους στην Μάχη του Χαττίν. Ανάμεσα σε αυτούς ήταν ο βασιλιάς Γκυ ντε Λουζινιάν και ο Ρενώ. Ο αυτόπτης μάρτυρας και χρονικογράφος Ιμάντ αν-ντιν-Ισφαχανί περιγράφει το τέλος του: Ο Σαλαντίν χτύπησε τον Ρενώ με το σπαθί μεταξύ του λαιμού και της ωμοπλάτης. Όταν ο βασιλιάς Γκυ άρχισε να τρέμει, φοβούμενος πως ερχόταν κι η σειρά του, ο Σαλαντίν του είπε με καθησυχαστικό τόνο: «Αυτός ο άνθρωπος σκοτώθηκε μόνο λόγω των κακών που έχει προξενήσει και της δολιότητάς του».


Η κόρη του Ρενώ, η Αγνή της Αντιοχείας, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου η ετεροθαλής αδελφή της, Μαρία, ήταν σύζυγος του αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνού. Εκείνος την πάντρεψε με τον Αλέξιο που έγινε αργότερα ο βασιλιάς Μπέλα Γ’ της Ουγγαρίας. Η Αγνή, με το όνομα Άννα πια, πέθανε στα 30 της κι είναι σήμερα θαμμένη στην Βουδαπέστη, στον ναό του Ματίας, στον λόφο της όμορφης Βούδας.

Ποιος είναι ο Νίκος:

Ο Νίκος είναι συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε κοινωνική ψυχολογία (Αυστρία) και σκηνοθεσία κινηματογράφου (Αθήνα). Έχει εργαστεί ως βοηθός σκηνοθέτη στη διαφήμιση και σε ταινίες μεγάλου μήκους και ως σεναριογράφος σε αρκετές τηλεοπτικές σειρές, ενώ έχει γράψει και σκηνοθετήσει δύο μικρού μήκους ταινίες. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα και μελέτες, μεταξύ των οποίων τα ιστορικά μυθιστορήματα Εφιάλτης-η Απολογία (2017) και 444 π.Χ.-Ο Θάνατος της εταίρας Κλεψύδρας (2023).

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *