του συνεργάτη μας, Νίκου Φαρούπου
Αρχές του 6ου αιώνα π.Χ. και η Αθήνα πάσχει από μία σοβαρή οικονομική, πολιτική, αλλά και ηθική κρίση. Ο Πλούταρχος περιγράφει μία πόλη στα πρόθυρα της εμφύλιας διαμάχης ως συνέπεια των χρεών που έπνιγαν τα κατώτερα στρώματα της κοινωνίας. «Αγανακτισμένοι» Αθηναίοι πολίτες ζητούσαν να καταργηθούν τα χρέη και να ξαναμοιραστεί η γη. Οι φτωχοί καλλιεργούσαν τα κτήματα των πλουσιοτέρων και ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν υπέρογκα μισθώματα, ειδάλλως κινδύνευαν με υποδούλωση ή όπως το έλεγαν τότε: «επί τοις σώμασι δανείζειν».
Ο Σόλων ο Αθηναίος, πολιτικός, ποιητής, φιλόσοφος και νομοθέτης, βλέποντας την Αθήνα να απειλείται από εμφύλια διαμάχη, θέσπισε τον νόμο της σεισάχθειας (σ.σ. σείω + άχθος = διώχνω το βάρος). Ο νόμος αυτός κατήργησε όλα τα χρέη, ακυρώνοντας και τα «επί τοις σώμασι» συμβόλαια των φτωχών, που, για να δανειστούν, έβαζαν ως ενέχυρο την ελευθερία τους. Κι όμως η σεισάχθεια δεν γνώρισε απόλυτη επιτυχία στις μέρες της. Οι διαμάχες συνεχίστηκαν, με αίτημα να ξαναμοιραστεί η γη, και δημιούργησαν γόνιμο έδαφος για την κατάλυση του πολιτεύματος από τον Πεισίστρατο, δέκα χρόνια μετά. Όμως οι μεταρρυθμίσεις του Σόλωνα έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση του δημοκρατικού πολιτεύματος και τον ερχομό του χρυσού αιώνα της Αθήνας, μερικές δεκάδες χρόνια αργότερα.
O Πεισίστρατος κατάφερε με δόλο να του παραχωρηθεί από την πολιτεία προσωπική φρουρά από ενόπλους και συγκεκριμένα από 50 κορυνηφόρους (ροπαλοφόρους) άνδρες. Ο Σόλων προειδοποίησε τους Αθηναίους για τον κίνδυνο που διέτρεχε η δημοκρατία, λέγοντας ότι ο στόχος του Πεισίστρατου ήταν να χρησιμοποιήσει τη φρουρά του για να καταλύσει το πολίτευμα (όπως κι έγινε). Όντως χάρη σ’ αυτή την προσωπική φρουρά -την οποία αύξησε σημαντικά σε αριθμό- ο Πεισίστρατος κατέλαβε την Ακρόπολη και στη συνέχεια την εξουσία.
Ο Περικλής δεν καταδεχόταν να έχει φρουρά. Γι’ αυτό και βρήκε τον μπελά του από τον πρώτο, ιστορικά καταγεγραμμένο ως τον ενοχλητικότερο «αγανακτισμένο» της ελληνικής -και πιθανόν της παγκόσμιας- ιστορίας. Καλώς ή κακώς, το να εκδηλώσεις με βωμολοχίες την αγανάκτησή σου στον ηγέτη και να παραμένεις ζωντανός μετά απ’ αυτό, μόνο στην αθηναϊκή δημοκρατία θα μπορούσε να συμβεί, την εποχή εκείνη.
Ο πρώτος λοιπόν «αγανακτισμένος» είναι ένας βωμολόχος και ξεδιάντροπος τύπος ο οποίος, σύμφωνα με τον Πλούταρχο, παρενοχλούσε για μια ολόκληρη μέρα τον Περικλή, καθώς εκείνος πηγαινοερχόταν από το σπίτι του στην Αγορά, τακτοποιώντας επείγουσες κρατικές υποθέσεις. Ο αγανακτισμένος αυτός κύριος -φαίνεται πως είχε κάποιο πρόβλημα (ρουσφέτι;) που η πολιτεία δεν είχε επιλύσει- τον ακολουθούσε κατά πόδας λούζοντάς τον με όλα τα κοσμητικά επίθετα της εποχής. Η ιστορία αυτή κράτησε μέχρι που νύχτωσε και ο Περικλής επέστρεψε σπίτι του με τον υβριστή πάντα ξοπίσω του. Τότε ο Περικλής -ευγενής για τους θαυμαστές του, αλλά αλαζόνας για τους εχθρούς του- πρόσταξε κάποιον από τους υπηρέτες του να πάρει ένα φανάρι και να συνοδεύσει τον άνθρωπο εκείνο στο σπίτι του.
Ο αρχηγός του δημοκρατικού κόμματος κυκλοφορούσε χωρίς σωματοφύλακες, και παρότι θα μπορούσε να ζητήσει προστασία από τους Σκύθες αστυνομικούς που διέθετε η πόλη, να τον προστατέψουν από τον «αγανακτισμένο», εντούτοις δεν το έπραξε. Πολλοί είδαν σ’ αυτό το περιστατικό τη συμπεριφορά ενός αποστασιοποιημένου φιλόσοφου, άλλοι μια έκφραση περιφρόνησης για τους απλούς ανθρώπους του λαού.
Τι μπορεί να έκανε τον άνθρωπο εκείνον να αγανακτήσει τόσο πολύ; Πολλά θα μπορούσαν. Κατ’ αρχάς πολλοί Αθηναίοι ήταν τότε έξαλλοι με τις σπατάλες του Περικλή σε «έργα βιτρίνας», όπως θεωρούσαν οι κομματικοί του αντίπαλοι το χτίσιμο του Παρθενώνα και των άλλων μνημείων του λόφου της Ακρόπολης, που λάμπρυναν την πόλη και την έκαναν ξακουστή στα πέρατα της οικουμένης. Τότε χτίστηκε και ο ναός του Ποσειδώνα στο Σούνιο, του Ηφαίστου και της Αθηνάς, της Νέμεσης στην Ραμνούντα. Επίσης πολλούς ενοχλούσαν οι διάφορες εντυπωσιακές και πολυέξοδες γιορτές, όπως τα Παναθήναια, που άδειαζαν το ταμείο, το οποίο γέμιζε η «εθελοντική» συνεισφορά των συμμαχικών (υποτελών) ελληνικών πόλεων της πόλης των Αθηνών. Τότε ήταν που κατηγορήθηκε -και αθωώθηκε- σαν κλέφτης ποσοτήτων χρυσού ο περίφημος γλύπτης Φειδίας. Εκείνος όμως είχε προβλέψει κάτι τέτοιο και είχε φροντίσει να ζυγίσει από πριν τον χρυσό, καταγράφοντας με κάθε λεπτομέρεια τις ποσότητες, οπότε μπόρεσε να αποδείξει στο δικαστήριο το αβάσιμο της κατηγορίας και να αθωωθεί (δεν απέφυγε όμως την εξορία -λόγω ιεροσυλίας). Ένας άλλος σοβαρός λόγος για να αγανακτήσει κάποιος Αθηναίος με τον Περικλή ήταν η σχέση του τελευταίου με μια μη Αθηναία -άρα ξένη- την περίφημη εταίρα Ασπασία, πράγμα που απαγόρευε η νομοθεσία. Τον κατηγόρησαν μάλιστα ότι έστειλε τον αθηναϊκό στόλο για να τιμωρήσει την Σάμο, όχι τόσο για την αποστασία του νησιού όσο για να κάνει το χατίρι της Ασπασίας.
Για πιο παλιούς «αγανακτισμένους» στις ελληνικές πόλεις ή αλλού δεν διαθέτουμε πληροφορίες. Είναι όμως σχεδόν βέβαιο πως όποιος σκυλόβρισε Φαραώ, Ξέρξη, Δαρείο ή κάποιον άλλον «βάρβαρο» ηγεμόνα, δεν είχε καλό τέλος. Ένα από τα απεχθή πλεονεκτήματα επομένως της «προβληματικής» δημοκρατίας είναι το ότι μπορείς να αγανακτείς με την εξουσία και να το δείχνεις -και μάλιστα έντονα- χωρίς να χάνεις τη ζωή σου… κι αυτό κάθε άλλο παρά λίγο είναι.
Φίλες και φίλοι, μείνετε συντονισμένοι στην Κοιλάδα της Γνώσης για περισσότερα άρθρα ιστορικής, λογοτεχνικής και λοιπής φύσης, παρουσιάσεις βιβλίων, συνεντεύξεις και κληρώσεις…
- Ακολουθήστε μας στο Facebook εδώ
- Γραφτείτε στην ομάδα μας Φίλοι Ιστορικού Μυθιστορήματος στο Facebook εδώ
Ποιος είναι ο Νίκος:
Ο Νίκος είναι συγγραφέας, σεναριογράφος και σκηνοθέτης. Γεννήθηκε στην Αθήνα, σπούδασε κοινωνική ψυχολογία (Αυστρία) και σκηνοθεσία κινηματογράφου (Αθήνα). Έχει εργαστεί ως βοηθός σκηνοθέτη στη διαφήμιση και σε ταινίες μεγάλου μήκους και ως σεναριογράφος σε αρκετές τηλεοπτικές σειρές, ενώ έχει γράψει και σκηνοθετήσει δύο μικρού μήκους ταινίες. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα και μελέτες, μεταξύ των οποίων τα ιστορικά μυθιστορήματα Εφιάλτης-η Απολογία (2017) και 444 π.Χ.-Ο Θάνατος της εταίρας Κλεψύδρας (2023).

