του Δημήτριου Σκρεπετού
Όταν βλέπεις μία ταινία για σχεδόν τρεις ώρες και δεν βαριέσαι ούτε στιγμή, δεν μπορεί παρά να είναι καλή. Όταν μάλιστα έχεις διαβάσει ξανά και ξανά το επικό ποίημα στο οποίο βασίζεται, δεν μπορεί παρά να είναι πάρα πολύ καλή. Πώς ακριβώς όμως κρατά μία ταινία το ενδιαφέρον για τρεις ώρες; Έχουν βάση όσα λέγονται για αυτήν; Ποια είναι τα πραγματικά δεδομένα, απαλλαγμένα από φόβο και πάθος, και πώς σχετίζεται η ταινία με το επικό ποίημα που διασκευάζει;
Ο λόγος λοιπόν για την ταινία «Η Οδύσσεια» του Κρίστοφερ Νόλαν, μία διασκευή του ομώνυμου επικού ποιήματος του Ομήρου (και στυλοβάτη του δυτικού και γενικότερα του ανθρώπινου πολιτισμού) για τις περιπέτειες του Οδυσσέα κατά την επιστροφή του στην Ιθάκη μετά την Πτώση της Τροίας τον 12ο αι. π.Χ. Η λέξη «διασκευή» έχει σημασία: η «Οδύσσεια» του Ομήρου είναι επικό ποίημα του 8ου αι. π.Χ., όχι σενάριο ταινίας του 21ου αι. μ.Χ. Ο Νόλαν επιλέγει στη διασκευή του να κρατήσει τη μη γραμμική αφήγηση που υπάρχει και στο ποίημα: ξεκινάει από το παρόν, με τον Οδυσσέα στο νησί της Καλυψούς και τους μνηστήρες στην Ιθάκη, και μας μεταφέρει στην Πτώση της Τροίας και τις περιπέτειες του Οδυσσέα μέσω αναδρομών. Παρά τις διαρκείς εναλλαγές από το παρόν στο παρελθόν και τανάπαλιν, η ταινία όχι μόνο δεν χάνει τον ειρμό της αλλά ακριβώς αυτή η χρονική εναλλαγή δημιουργεί πρόσθετη προσμονή για γεγονότα και μυστήρια που ψηλαφώνται αρχικά και ξετυλίγονται σταδιακά· άλλωστε ο Νόλαν έχει χειριστεί παρόμοιες χρονικές εναλλαγές υποδειγματικά και στο «Οπενχάιμερ» (2023) και –κυρίως– στο «Memento» (2000). Η προσμονή που δημιουργεί η ταινία είναι ίσως το μεγαλύτερο προτέρημά της: όταν έχεις διαβάσει την «Οδύσσεια» του Ομήρου πλείστες όσες φορές, από παιδικές, εικονογραφημένες διασκευές έως πλήρεις μεταφράσεις από τον Δημήτρη Μαρωνίτη και ακαδημαϊκές ιστορικές, φιλολογικές και λογοτεχνικές αναλύσεις σε μονογραφίες και σε συλλογικούς τόμους, δεν είναι και ό,τι πιο εύκολο να σου κρατήσει αμείωτο το ενδιαφέρον μία τρίωρη κινηματογραφική διασκευή της.
Στις δυνατές ερμηνείες της ταινίας περιλαμβάνονται εκείνες της Αν Χάθαγουεϊ στον ρόλο της Πηνελόπης, του Τομ Χόλαντ στον ρόλο του Τηλέμαχου, του Ρόμπερτ Πάτινσον στον ρόλο του Αντίνοου και του Τζον Λεγκουιζάμο στον ρόλο του Ευμαίου. Ο μικρός ρόλος της Κίρκης υπηρετήθηκε άριστα από την Σαμάνθα Μόρτον και του Σίνωνα αξιοπρεπέστατα από τον Έλιοτ Πέιτζ, ενώ καλή δουλειά έκανε και ο Λόγκαν Μάρσαλ-Γκριν στον ρόλο του Μελάνθιου. Μου άρεσε και ο Τζον Μπέρνθαλ στον ρόλο του Μενέλαου, ο οποίος ούτε κουρασμένος μεσήλιξ ήταν όπως στην «Τροία» (2004) ούτε κανένα αμούστακο μειράκιο: μαζί με τον αδελφό του, Αγαμέμνονα, έμαθαν από παιδιά να ζουν κυνηγημένοι από τον θείο τους, Θυέστη, ενώ τα ομηρικά έπη παρουσιάζουν τον Μενέλαο να σκοτώνει πλήθος Τρώων ηρώων. Πολύ καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μπένι Σάφντι στον ρόλο του Αγαμέμνονα, παρότι μίλησε ελάχιστα και το πρόσωπό του ήταν σχεδόν μόνιμα καλυμμένο από την περικεφαλαία. Δεν καταλαβαίνω γιατί οι ρόλοι του Λαέρτη και της Αντίκλειας, των γονέων του Οδυσσέα, παραλείφθηκαν, ενώ αν δεν κάνω λάθος δεν υπάρχει καμία αναφορά στον Αχιλλέα.
Αντιθέτως, εντελώς αναιμική ήταν η ερμηνεία του Ματ Ντέιμον στον ρόλο του Οδυσσέα: η συναισθηματική του κατάσταση ήταν μια ευθεία γραμμή από την αρχή ως το τέλος, δεν δικαιολόγησε ποτέ τη φήμη του ως δολοπλόκου και πολυμήχανου, ούτε και εξέπεμψε την αρχοντιά ενός Αχαιού άνακτα. Η προ τριακονταετίας ερμηνεία του Αρμάν Ασάντε ήταν κλάσεις ανώτερη και θα έπρεπε να αποτελεί οδηγό τόσο για τον Νόλαν όσο και για τον Ντέιμον, ενώ καλύτερη ήταν και η ερμηνεία του Ραλφ Φάινς στην «Επιστροφή» (2024). Ο μικρός ρόλος της Ζεντάγια ως Αθηνά δεν φάνηκε να εξυπηρετεί τίποτα στην πλοκή, η Λουπίτα Νιόνγκο δεν κατάφερε με τα λίγα λεπτά που είχε ως Ωραία Ελένη και Κλυταιμνήστρα να δικαιολογήσει τον θόρυβο που προκλήθηκε από την επιλογή της στον ρόλο, και η Σαρλίζ Θερόν ως Καλυψώ θα ξεχαστεί γρήγορα.
Ολόκληρη η ταινία διαπνέεται από μία σκοτεινιά, ένα δυσοίωνο και σηψαιμικό κλίμα, ανεξάρτητα από το αν οι σκηνές είναι πολεμικές (π.χ. στην Τροία), τρόμου (π.χ. στη σπηλιά του Κύκλωπα), ή πολιτικές (π.χ. στους μνηστήρες). Αυτό το υποστηρίζουν εξαίσια τα πλάνα και η σκηνοθεσία, καθώς και η μουσική. Όσο για τα τοπία, η Ιθάκη, η Τροία και κάποια άλλα θυμίζουν Μεσόγειο –όπως και θα έπρεπε–, ενώ κάποια άλλα, όπως το μέρος των Λαιστρυγόνων και το νησί της Κίρκης φέρνουν περισσότερο σε βορειοευρωπαϊκές περιοχές και το νησί της Καλυψούς σε αφρικανικές. Δεν ξέρω ποιες ήταν οι προθέσεις του Νόλαν, πάντως αυτό ταιριάζει με το άγνωστο και το αλλόκοσμο των περιοχών στις οποίες περιπλανήθηκε ο Οδυσσέας (ήδη από την αρχαιότητα λεγόταν από κάποιους πως κάποιες περιπέτειές του διεξήχθησαν όχι στην Μεσόγειο Θάλασσα αλλά στον Ατλαντικό Ωκεανό).
Από τις περιπέτειες του Οδυσσέα, κάποιες παρουσιάζονται λεπτομερώς, άλλες επιφανειακώς και άλλες απουσιάζουν. Στην πρώτη κατηγορία ανήκει η σπηλιά του Κύκλωπα, που αποδίδεται αριστουργηματικά τόσο ως προς τον εφιαλτικό και κλειστοφοβικό τρόμο όσο και ως προς την εμφάνιση του ίδιου του Κύκλωπα: είναι φανερό από τα στοιχεία του προσώπου του αλλά και του σώματός του πως είναι αποτέλεσμα κάποιας γενετικής ανωμαλίας. Ασυγχώρητος είναι πάντως εδώ ο Νόλαν που παρέλειψε τελείως τον διάλογο του Οδυσσέα με τον Κύκλωπα σχετικά με την τύφλωσή του από τον… Κανένα. Λεπτομερώς βλέπουμε και το νησί της Κίρκης, όπου η μεταμόρφωση των συντρόφων του Οδυσσέα λαμβάνει διαστάσεις σωματικού τρόμου και επαρκής χρόνος αφιερώνεται και στην καταπληκτική σκηνή στο Βασίλειο του Άδη. Αντιθέτως, βιαστικά παρουσιάζονται οι Σειρήνες, που ούτε τις βλέπουμε ούτε τις ακούμε, και η Σκύλλα και η Χάρυβδη, ενώ γρήγορα πέρασαν και οι Λαιστρυγόνες. Ατυχής ήταν επίσης η επιλογή του εξοπλισμού των Λαιστρυγόνων, ο οποίος μάλλον προϋπέθετε μεταλλουργικές ικανότητες ασύμβατες με την εποχή. Τελείως παραλείπονται ο Αίολος και οι Λωτοφάγοι, όμως ο ληθογόνος λωτός βρίσκει τη θέση του στην πλοκή και βοηθάει να εξηγηθούν δομικά οι αναδρομές του Οδυσσέα στις περιπέτειές του. Απουσιάζουν και οι Φαίακες, με τον ρόλο τους να αντικαθίσταται εν πολλοίς από την Καλυψώ, ενώ οι Κίκονες ίσως είναι η πρώτη περιπέτεια του Οδυσσέα που βλέπουμε μετά την Τροία. Εκεί συμβαίνει και κάτι… περίεργο: οι Έλληνες στην ταινία μιλούν αγγλικά και στη σκηνή συναντάνε κάποιους που τους μιλάνε… ελληνικά. Άραγε τι είναι αυτοί; Βέβαια, όλες μαζί οι περιπέτειες του Οδυσσέα από τους Κίκονες ως και το τελικό του ναυάγιο καταλαμβάνουν μόλις τέσσερις από τις είκοσι τέσσερις ραψωδίες της «Οδύσσειας» του Ομήρου, αλλά όλοι καταλαβαίνουμε την ανάγκη μίας κινηματογραφικής διασκευής να τους δώσει μεγαλύτερο χώρο.
Ο Νόλαν έδωσε ιδιαίτερη έμφαση σε τρεις θεματικές, που τις βρίσκουμε και στην Οδύσσεια του Ομήρου: την ύβρη, τη φιλοξενία και την έλευση των λεγόμενων «λαών της θάλασσας». Η Τροία αλώθηκε και καταστράφηκε αλλά οι Αχαιοί δεν είχαν καλύτερη τύχη, όπως μας πληροφορεί ο ίδιος ο Όμηρος στην «Οδύσσεια» και ο Αγίας ο Τροιζήνιος, συνθέτης σύμφωνα με κάποιες παραδόσεις των «Νόστων» (επικό ποίημα, επίσης του Επικού Κύκλου, που εξιστορεί τις επιστροφές Αχαιών μετά την Τροία και διασώζεται μόνο η σύνοψή του): εκτός από τον Οδυσσέα, ο Μενέλαος περιπλανήθηκε για χρόνια πριν επιστρέψει στη Σπάρτη, ο Αγαμέμνων δολοφονήθηκε στις Μυκήνες από την Κλυταιμνήστρα και ο Αίας ο Λοκρός πνίγηκε στις Γυρές Πέτρες στο Αιγαίο Πέλαγος. Η κακή μοίρα αυτών των Αχαιών δεν είναι τυχαία: ο Όμηρος στην «Ιλιάδα» και οι συνθέτες των επικών ποιημάτων «Κυπρίων», της «Αιθιοπίδος» και της «Ιλίου Πέρσιδος» (που αφηγούνται τα γεγονότα πριν και μετά τις 51 ημέρες της «Ιλιάδος») περιγράφουν αναλυτικά τις ύβρεις τους: σύληση ιερών, σφαγή αμάχων, παιδοκτονίες, ανθρωποθυσίες, ασέβεια ικετών κ.λπ. Αυτές τις ύβρεις και τα επακόλουθά τους τα συναντάμε κατά κόρον στις αρχαίες τραγωδίες και τα βρίσκουμε και στην ταινία του Νόλαν: ο Αγαμέμνων θυσιάζει την ίδια του την κόρη για ευνοϊκό άνεμο, δώρα σε θεούς χρησιμοποιούνται με δόλιο σκοπό, άμαχοι σφαγιάζονται και αγάλματα θεών αποκεφαλίζονται. Εκτός από τα της Τροίας, ο Νόλαν δείχνει και τις ύβρεις που σχετίζονται άμεσα με όσα εξιστορεί ο Όμηρος στην Οδύσσεια: η αλαζονική συμπεριφορά του Οδυσσέα απέναντι στον Κύκλωπα και η επακόλουθη οργή του Ποσειδώνα, η κατάχρηση της φιλοξενίας από τους μνηστήρες και η σφαγή τους, η ασέβεια του πληρώματος στον Ήλιο και ο όλεθρός τους. Είναι κρίμα το ότι η ίδια η λέξη «ύβρις» δεν αναφέρεται ποτέ στην ταινία αν θυμάμαι καλά.
Η φιλοξενία έχει τεράστια σημασία στα ομηρικά έπη και ο Νόλαν μας το θυμίζει ξανά και ξανά, είτε αυτή αφορά τους μνηστήρες είτε τον Οδυσσέα και το πλήρωμά του. Η παραβίαση της φιλοξενίας, που γίνεται από τον Κύκλωπα, την Κίρκη και τους Λαιστρυγόνες, και η κατάχρησή της, που γίνεται από τους μνηστήρες, δένουν αρμονικά με τη σηψαιμική αίσθηση που αποπνέει η ταινία, την αίσθηση ενός κόσμου στα όριά του, στον χαμό του. Στα θετικά είναι και το ότι βλέπουμε τελικά ότι οι λεγόμενοι «λαοί της θάλασσας», τους οποίους όλοι φοβούνται στην ταινία, είναι οι ίδιοι οι Αχαιοί: αυτό ταιριάζει με όσα ψήγματα μπορούμε να αντλήσουμε από τη μυθολογική παράδοση και τα αρχαιολογικά ευρήματα (εν μέρει, διότι κι άλλοι λαοί εκτός των ελληνικών φύλων φαίνεται να αποτέλεσαν μέρος των «λαών της θάλασσας»): είναι εύλογο το ότι όσοι ένιωσαν αδικημένοι από την κατανομή της λείας μετά την Πτώση της Τροίας επιδόθηκαν σε πειρατικές επιδρομές, ενώ η ίδια η «Ιλιάδα» αναφέρει ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου οι Αχαιοί είχαν λεηλατήσει δεκάδες πόλεις της περιοχής. Το ότι αναφέρεται ρητά από την ίδια την Πηνελόπη το επερχόμενο «τέλος του πολιτισμού» είναι μεν αναχρονιστικό, δίνει όμως στο κοινό που δεν γνωρίζει πολλά για την εποχή το πλαίσιο στο οποίο διαδραματίζεται η «Οδύσσεια».
Στα άλλα θετικά της ταινίας συγκαταλέγονται οι σκηνές στην Τροία (ειδικά γύρω από τον Δούρειο Ίππο), που δίνονταν σταδιακά και με το σταγονόμετρο, οι ψεύτικες αλλά πλήρως ρεαλιστικές ιστορίες που αναφέρει ο Οδυσσέας για τον εαυτό του (ο Όμηρος βάζει επίσης τον Οδυσσέα να λέει τέτοιες ιστορίες), οι διενέξεις του Οδυσσέα με το πλήρωμα, το υπόβαθρο μεταξύ Οδυσσέα, Αντίνοου και Σίνωνα, το σημάδι της Ωραίας Ελένης (αν και δεν εξηγείται πώς το απέκτησε). Μου άρεσε επίσης ιδιαίτερα το ότι ο Νόλαν δείχνει ότι ο Οδυσσέας δεν μπορούσε να έχει κανένα μέλλον στην Ιθάκη: ο μόνος λόγος που έπρεπε να επιστρέψει ήταν για να εξοντώσει τους μνηστήρες και να εξασφαλίσει τη βασιλεία στον γιο του, Τηλέμαχο. Και ο ίδιος ο Όμηρος το κάνει σαφές αυτό, έχοντας μία σκηνή μετά τη μνηστηροφονία όπου έρχονται οι συγγενείς των νεκρών μνηστήρων για να πάρουν εκδίκηση και η Ιθάκη είναι στα πρόθυρα κανονικού εμφυλίου πολέμου, ενώ μην ξεχνάμε ότι στο παλάτι είχαν κατασφαχτεί και όλοι οι σκλάβοι και οι υπηρέτες του Οδυσσέα που ήταν με το μέρος των μνηστήρων. Οι μνηστήρες ήταν περίπου 110 γόνοι πλούσιων οικογενειών και οι δικοί τους δεν θα συγχωρούσαν τη φόνευσή τους, όσο άδικα κι αν είχαν φερθεί κι όσο δίκιο κι αν είχε ο Οδυσσέας. Γι’ αυτό και στην ταινία ο Οδυσσέας θέλει να είναι ο μοναδικός που πολεμάει τους μνηστήρες: ώστε να μην χρεωθεί κανείς άλλο το φονικό. Η θέση του Οδυσσέα στην Ιθάκη θα ήταν ούτως ή άλλως δύσκολη: από τα δώδεκα πλοία που πήρε μαζί του και τους περίπου 600 άντρες (στην ταινία τα πλοία είναι τρία), δεν γύρισε ούτε ένα πλοίο και ούτε ένας άντρας. Όλοι αυτοί όμως είχαν συγγενείς και όλοι τους θα έριχναν το φταίξιμο για τον χαμό των δικών τους στον Οδυσσέα. Γι’ αυτό και ακόμα και ο Τειρεσίας και στον Όμηρο και στην ταινία λέει στον Οδυσσέα ότι πρέπει να ξαναφύγει από την Ιθάκη, άσχετα αν οι λεπτομέρειες της φυγής μεταξύ της ταινίας και του έπους διαφέρουν. Μην ξεχνάμε πως δεν ήταν μόνο η Ιθάκη σε κοινωνική αναταραχή σύμφωνα με όσα γράφουν αρχαίοι συγγραφείς, όπως ο Θουκυδίδης και ο Πλάτων: μετά την Πτώση της Τροίας, σε όλο τον ελληνικό κόσμο επικρατούσε αναβρασμός και αυτό ήταν λογικό. Όσοι ήταν δέκα χρόνια στην Τροία είχαν αποξενωθεί από τα μέρη τους και τους δικούς τους, ενώ όσοι ήταν πίσω βρήκαν ευκαιρία να καλύψουν τα οικονομικά, πολιτικά, στρατιωτικά και οικογενειακά κενά: όταν οι μεν γύρισαν πίσω, οι δε δεν είχαν καμία διάθεση να επιστρέψουν όσα είχαν κερδίσει (ή καταπατήσει). Σκεφτείτε μόνο το παράδειγμα κάποιου που έχει καταπατήσει το κτήμα του γείτονά του που λείπει στην Τροία ή μιας γυναίκας που έχει συνάψει μυστική σχέση ή φανερό γάμο με άλλον άντρα, ενώ ο σύζυγός της πολεμά εκεί. Στα εφηβικά μου χρόνια, με ενθουσίαζαν περισσότερο οι περιπέτειες στα ταξίδια του Οδυσσέα και έπληττα αφόρητα με όσα γίνονταν μετά την επιστροφή του στην Ιθάκη. Πλέον, παρακολουθώ με τρομερό ενδιαφέρον τις πολιτικές δολοπλοκίες στην Ιθάκη και θυμάμαι με νοσταλγία –και τρόμο– τις περιπέτειες στο ταξίδι.
Οι ανακρίβειες στην πλοκή της ταινίας σε σχέση με το έπος υπάρχουν, όπως προείπα, αλλά δεν είναι καταστροφικές. Για ιστορικές ανακρίβειες της ταινίας μπορούμε να πούμε πολλά, φυσικά όχι για τα ίδια τα γεγονότα –που δυστυχώς δεν μπορούν να αποδειχθούν– αλλά για το ιστορικό πλαίσιο της εποχής, όπως μας είναι γνωστό από τη μυθολογική παράδοση και τα αρχαιολογικά ευρήματα. Π.χ. οι απεικονιζόμενες πανοπλίες και τα πλοία απέχουν από τα καθέκαστα του 12ου αι. π.Χ., με την πανοπλία ειδικά του Αγαμέμνονα (που εμένα μου άρεσε παρότι ξέρω ότι αποκλείεται να ήταν έτσι) να έχει σηκώσει θύελλα αντιδράσεων, όμως δεν θεωρώ ότι απέτυχαν να λειτουργήσουν υποστηρικτικά στην πλοκή. Με ενοχλεί πολύ περισσότερο το ότι φορούσαν αυτές τις πανοπλίες πάνω στο πλοίο καταμεσής της θάλασσας, χωρίς κανέναν εχθρό κοντά και με την ταλαιπωρία που αυτό θα προκαλούσε λόγω ζέστης και πρόσθετου βάρους. Η επιλογή της Νιόνγκο στον ρόλο της Ωραίας Ελένης ήταν ακατανόητη και, παρότι ο Νόλαν το αρνείται, δείχνει να έχει περισσότερο κοινωνικοπολιτική και εμπορική διάσταση παρά καλλιτεχνική, ενώ οι πρόσφατες εκτός τόπου και χρόνου δηλώσεις της κατά του Ομήρου φανέρωσαν, αν μη τι άλλο, αλαζονεία, ασέβεια προς τα ομηρικά έπη και –το κυριότερο– σοβαρή άγνοια του ιστορικού και μυθολογικού τους πλαισίου: σύμφωνα με τον Όμηρο η Πηνελόπη ουσιαστικά βασίλευε για είκοσι χρόνια και κανείς δεν μπορούσε να την παντρευτεί χωρίς τη θέλησή της. Όμως δεν έχει κανένα νόημα να απαξιώνουμε συλλήβδην ένα καλλιτεχνικό έργο λόγω του ανθρώπου: άλλο ο άνθρωπος και άλλο το καλλιτεχνικό έργο. Το Βασίλειο του Άδη φυσικά και δεν λεγόταν ούτε κόλαση ούτε Χελ, οι Λαιστρυγόνες –όπως προείπα– δεν θα μπορούσαν να έχουν τον εξοπλισμό που είδαμε και σίγουρα αν κάποιος κάτσει με επιμέλεια θα βρει πολλές ακόμα ανακρίβειες του ιστορικού πλαισίου.
Ο Νόλαν, πάντως, παρά τις αναγκαίες (και κάποιες μη αναγκαίες) προσαρμογές στη διασκευή της «Οδύσσειας», δεν επιχειρεί να «ανανεώσει» τον Όμηρο στο όνομα του μεταμοντερνισμού, όπως κάνουν πλείστοι όσοι –Έλληνες και μη– σκηνοθέτες με τις αρχαίες τραγωδίες και κωμωδίες, ούτε και προβαίνει στις ακρότητες της κακίστου καλλιτεχνικού αποτελέσματος σειράς «Τροία: Η Πτώση μιας Πόλης» (2018).
Ας κρατήσουμε το εξής: η πιστή απεικόνιση της ιστορικής εποχής είναι απολύτως αδύνατη, το μόνο δυνατό είναι η προσπάθεια μείωσης της απόκλισης (αλλιώς π.χ. θα έπρεπε να μιλάνε ελληνικά του 12ου αι. π.Χ.). Συνειδητά λοιπόν, επιλέγω να απαρνηθώ τον μηδενισμό στον οποίο έχω δει να επιδίδονται δυστυχώς πολλοί –ακόμα και φίλοι μου– κυρίως λόγω της επιλογής της Νιόνγκο: συμφωνώ μαζί τους στην κριτική, διαφωνώ όμως στον τρόπο έκφρασης αυτής της κριτικής. Δεν πρέπει να αφήσουμε ένα ακόμα θέμα να μας κάνει να διχαστούμε μεταξύ μας, όπως θέλουν να κάνουν πολλοί επιτήδειοι για να διαφημιστούν οι ίδιοι, ούτε να κατρακυλήσουμε στις υστερίες περί ακύρωσης του γόουκ όχλου και της πολιτικής ορθότητας. Αρνούμαι να συμβάλω σε κλίμα διχόνοιας, μιζέριας και αλληλοφαγώματος.
Θεωρώ πως η ταινία του Νόλαν ανοίγει μία μεγάλη ευκαιρία να δούμε ταινίες μεγάλου προϋπολογισμού σχετικές με την ελληνική μυθολογία. Ειδικά οι σκηνές που σχετίζονται με την Τροία, με την Σπάρτη και τον Μενέλαο και με τον Αγαμέμνονα στις Μυκήνες σχεδόν φωνάζουν για να επεκταθούν και να αποκτήσουν τη δική τους ζωή μέσα από ξεχωριστές ταινίες: γιατί όχι «Η Κατάρα των Ατρειδών», όπου θα βλέπουμε τα όσα τραγικά συνέβησαν στην οικογένειά τους και απασχόλησαν και πλείστες όσες αρχαίες τραγωδίες; Ή μήπως η ίδια η «Ιλιάδα»; Και μην ξεχνάμε πως η ελληνική μυθολογία είναι πεδίο δόξης λαμπρό για τον κινηματογράφο: από τον Αχιλλέα και τον Ηρακλή ως τον Θησέα και τον Ιάσονα, μπορούν να βγαίνουν ταινίες για δεκαετίες ολόκληρες.
Είναι αριστούργημα η ταινία του Νόλαν ή μήπως το ταβάνι της είναι o χαρακτηρισμός της ως πολύ καλής ταινίας; Όπως και να έχει, σίγουρα υστερεί έναντι εμβληματικών ταινιών όπως η τριλογία του «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», οι ταινίες του «Ντιούν», το «Μπρέιβχαρτ» και ο «Τελευταίος Σαμουράι». Οφείλεται αυτό στην αναιμική ερμηνεία του Ντέιμον (άλλωστε όλες αυτές οι ταινίες είχαν αξέχαστες ερμηνείες από τους πρωταγωνιστές τους); Στην ανεπαρκή ανάπτυξη του ελληνικού κόσμου του 12ου αιώνα; Στην απουσία συμφωνικής ορχήστρας με επική μουσική; Στην αποτυχία διακριτής αισθητικής ταυτότητας βασισμένης στον μυκηναϊκό κόσμο; Στην μετριότητα των σκηνών δράσης; Σε κάτι άλλο; Μήπως της έλειπε η απαιτούμενη… ψυχή; Δεν το ξέρω και νομίζω πως αρμόδιοι να αποφανθούν περί αυτού είναι πολύ πιο ειδικοί στον κινηματογράφο από εμένα. Μόνο δύο ακόμα ερωτήσεις: Πρώτον, θα βλέπεται η ταινία σε τριάντα χρόνια από τώρα, όπως βλέπεται το «Μπρέιβχαρτ»; Δεύτερον, με τον τεράστιο προϋπολογισμό και το πλήθος κορυφαίων ηθοποιών που είχε στη διάθεσή του ο Νόλαν έκανε όντως ό,τι καλύτερο μπορούσε;
Και τώρα, επειδή η δίψα για τον Όμηρο δεν μπορεί παρά να οξύνθηκε μετά από όλα αυτά: για όσους δεν έχουν δει την ταινία «Οδύσσεια» (1997) με τον Αρμάν Ασάντε τώρα είναι μια καλή ευκαιρία, ενώ αξιόλογη είναι και η «Επιστροφή» (2024) με τον Ραλφ Φάινς. Από βιβλία, μου άρεσε η μετάφραση της «Οδύσσειας» του Δημήτρη Μαρωνίτη, καθώς και οι πολυάριθμες μελέτες του πάνω στο ομηρικό έπος. Πάνω στην ιστορία του Οδυσσέα και γενικότερα της επιστροφής των Αχαιών έχουν γραφτεί και σύγχρονα μυθιστορήματα αξιολογότατα, όπως «Το Όνομά μου είναι Κανένας» και «Η Επιστροφή από την Τροία» του Μάσιμο Βαλέριο Μανφρέντι. Για τους «λαούς της θάλασσας» και την «κατάρρευση του πολιτισμού» μία καλή εκκίνηση είναι το βιβλίο «1177 π.Χ.: όταν κατέρρευσε ο πολιτισμός» του Έρικ Κλάιν, ενώ χρήσιμες πληροφορίες για τα πολεμικά της εποχής δίνει το βιβλίο «Τα επιθετικά και τα αμυντικά όπλα των αρχαίων Ελλήνων» του Άντονυ Σνόντγκρας.
