Συνέντευξη #4: Δημήτρης Δελαρούδης

Φίλες και φίλοι, καλώς ορίσατε στην τέταρτη συνέντευξη στην Κοιλάδα της Γνώσης! Σήμερα έχουμε την τιμή να φιλοξενούμε τον Δημήτρη Δελαρούδη, συγγραφέα τής καταπληκτικής συλλογής διηγημάτων μυστηρίου και φαντασίας Ο Ιός της Βαβέλ. Πάμε…

Πείτε μας δύο λόγια για εσάς. Τι έχετε σπουδάσει, πού έχετε εργαστεί, τι κάνετε στον ελεύθερό σας χρόνο, ποια βιβλία έχετε γράψει, τι σας αρέσει να διαβάζετε, τι διαβάζετε τώρα…

Έχω σπουδάσει Εμπορία και Διαφήμιση αλλά μετά την αποφοίτηση από τα ΤΕΙ, βρέθηκα στον επαγγελματικό χώρο της πληροφορικής, αρχικά στον ιδιωτικό και μετέπειτα στο δημόσιο τομέα, όπου και εργάζομαι μέχρι σήμερα. Αυτή τη χρονική περίοδο ο ελεύθερος χρόνος μου είναι πολύ περιορισμένος λόγω οικογενειακών υποχρεώσεων, αλλά «το παλεύω» με το διάβασμα και το γράψιμο, έστω και αν ξυπνώ από τα χαράματα τα Σαββατοκύριακα για να το καταφέρω.

Άρχισα να γράφω τα πρώτα μου διηγήματα το 1996. Ο όγκος των αδημοσίευτων γραπτών μου σήμερα θα μπορούσε να γεμίσει τέσσερα ή πέντε χοντρά βιβλία. Παρόλα αυτά, λόγω της αυστηρότητάς μου, επέλεξα να εκδώσω μόνο εκείνα τα διηγήματα που θεωρούσα ως καλύτερα σε μια συλλογή με τον τίτλο ο «Ιός της Βαβέλ και άλλα διηγήματα» (εκδ. Λυκόφως, 2017). Διάφορες ιστορίες μου που δε βρίσκονται στο συγκεκριμένο βιβλίο, θα τις συναντήσετε διάσπαρτες σε περιοδικά και ανθολογίες του φανταστικού.

Οπωσδήποτε, διαβάζω λογοτεχνία του φανταστικού αλλά όχι μόνο αυτό το είδος. Διαβάζω επίσης ποίηση, βιογραφίες, θεατρικά έργα και επιστημονικά άρθρα. Αγαπώ πάρα πολύ το ξανα-διάβασμα και για το λόγο αυτό, αυτές τις μέρες των εορτών ξανα-διαβάζω Ted Chiang και Arthur Machen.

Το βιβλίο σας Ο Ιός της Βαβέλ είναι μία συλλογή διηγημάτων μυστηρίου, τα μισά εκ των οποίων είχαν βραβευθεί σε λογοτεχνικούς διαγωνισμούς. Σκοπεύατε εξ αρχής να συγκεντρώσετε αυτά τα διηγήματα σε μία τέτοια συλλογή ή προέκυψε στην πορεία;

Πάντα σκόπευα να εκδώσω μια «δυνατή» συλλογή διηγημάτων, αλλά δε γνώριζα εξαρχής πια κομμάτια θα εντάξω σε αυτή. Το γεγονός ότι κάποια διηγήματα βραβεύτηκαν, αποτέλεσε αναμφισβήτητα κριτήριο επιλογής.

Βλέπουμε ότι μεγάλο μέρος των αναγνωστών και των εκδοτικών οίκων προτιμά κυρίως τα μυθιστορήματα παρά τις συλλογές διηγημάτων. Σας προβλημάτισε αυτό όταν δουλεύατε με τον Ιό της Βαβέλ;

Δεν με προβλημάτισε καθόλου γιατί ήμουν σίγουρος για την ποιότητα των διηγημάτων. Άλλωστε, δε μ’ ενδιέφερε εμπορικά το θέμα. Επιθυμούσα απλά να εκδώσω αυτά που θεωρούσα πως άξιζαν να διαβαστούν από τους λάτρεις του είδους αλλά και από τους νέους αναζητητές ιδεών και λογοτεχνικών ταξιδιών. Σίγουρα, το μυθιστόρημα είναι κατά πολύ εμπορικότερο από μια συλλογή διηγημάτων, αλλά αυτό δεν με πτοεί στο ελάχιστο, διότι θεωρώ τον εαυτό μου διηγηματογράφο. Παρ’ όλα αυτά, βρίσκομαι στη μέση ενός μυθιστορήματος που το δουλεύω εδώ και δύο χρόνια, αλλά ταυτόχρονα, ετοιμάζω και μια συλλογή διηγημάτων η οποία θα περιλαμβάνει μερικά παλιά αδημοσίευτα κομμάτια και μερικά καινούργια.

Γιατί πιστεύετε ότι οι συλλογές διηγημάτων δεν είναι εξίσου δημοφιλείς με τα μυθιστορήματα; Πώς θα πείθατε κάποιον να διαβάσει και συλλογές διηγημάτων; Ποιες θα του προτείνατε;

Υποθέτω πως η επιλογή ενός μυθιστορήματος υπόσχεται στον αναγνώστη ένα μεγαλύτερο ταξίδι μέσα σε μια μεγάλη λίμνη ιδεών, σε αντίθεση με τη δροσερή βουτιά που μπορεί να του προσφέρει το διήγημα. Επίσης, το δέσιμο και η ταύτιση με τους χαρακτήρες είναι κάτι που είναι δύσκολο να επιτευχθεί μέσα στις λιγοστές σελίδες της σύντομης ιστορίας. Άλλοι προτιμούν ταινίες και άλλοι σειρές με αυτοτελή επεισόδια. Άλλοι μασούν αργά την τροφή τους, ενώ άλλοι ευχαριστούνται με το να καταπίνουν γρήγορα. Είναι καθαρά θέμα προτίμησης και δεν μπορώ να πείσω κάποιον να διαβάσει διηγήματα. Το μόνο που έχω να επισημάνω είναι πως η γραφή διηγημάτων είναι κάτι πολύ πιο ριψοκίνδυνο απ’ ό,τι μπορεί να φανταστεί κάποιος καινούριος συγγραφέας. Μέσα σε μόνο λίγες σελίδες καλείσαι να πείσεις τον αναγνώστη για την ευστάθεια της ιδέας σου, την αληθοφάνεια των χαρακτήρων και να δημιουργήσεις έντονες αντιθέσεις και ανατροπές. Αυτό σημαίνει πως είναι πολύ εύκολο για ένα διήγημα να καταντήσει γελοίο σε σύγκριση με ένα μυθιστόρημα.

Επίσης, οφείλω να υπενθυμίσω στον αναγνώστη ότι τα μισά αριστουργήματα της λογοτεχνίας βρίσκονται κρυμμένα στα διηγήματα, αναφέροντας ενδεικτικά τον Έντγκαρ Άλαν Πόε, τον Κάρολο Ντίκενς, τον Όσκαρ Ουάιλντ, τον Αντόν Τσέχωφ, τον Μαρκ Τουέην, τον Ναθάνιελ Χόθορν, τον Φραντς Κάφκα, τον Παπαδιαμάντη, τον Άρθουρ Μάκεν, τον Γκυ ντε Μωπασάν, τον Χούλιο Κορτάσαρ και φυσικά τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες.

Θα πρότεινα στον καινούριο αναζητητή της λογοτεχνίας να διαβάσει τα άπαντα των Μπόρχες, Πόε, Μάκεν, αλλά και πιο σύγχρονους, όπως ο Τεντ Τσιανγκ και ο Τόμας Λιγκόττι.

Βλέπουμε ότι κεντρομόλος δύναμη στα διηγήματα τού Ιού της Βαβέλ είναι τα… βιβλία. Εμπνευστήκατε από κάποιον συγκεκριμένο συγγραφέα ως προς αυτό;

Πρέπει να παραδεχτώ ότι μία από τις μεγαλύτερες επιρροές μου αποτέλεσε –και αποτελεί μέχρι σήμερα– ο Μπόρχες, ειδικότερα σε ότι αφορά στην αναζήτηση κλασσικών βιβλίων αλλά και… ψευδοβιβλίων. Το βασικό κίνητρο γραφής του Ιού της Βαβέλ όμως, ήταν το άγχος μου λόγω της συνειδητοποίησης ότι δεν πρόκειται ποτέ, έστω και αν ζούσα χίλιες ζωές, να καταφέρω να διαβάσω όλα τα βιβλία αυτού του κόσμου γιατί είναι πραγματικά άπειρα.

Το πρώτο διήγημα τού βιβλίου σας λέγεται επίσης Ο Ιός της Βαβέλ και σχετίζεται με την ιστορία τού Πύργου τής Βαβέλ που αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη. Πιστεύετε ότι υπάρχει κάποια αλήθεια πίσω από εκείνη την ιστορία;

Πίσω από κάθε ιστορία της Βίβλου, και ειδικότερα στη Γένεση, κρύβονται πολλαπλές αλήθειες και νοήματα. Ο Άγιος Ιερώνυμος είχε γράψει πως στη Γένεση κρύβονται τόσα μυστικά όσα και οι λέξεις της. Πρόκειται για ένα πάνσοφο βιβλίο, το οποίο λανθασμένα προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε κυριολεκτικά, αναζητώντας αρχαιολογικά ευρήματα, και ίσως ακόμη… τον Αδάμ και την Εύα. Από την άλλη, δεν υπάρχει ποτέ καπνός χωρίς φωτιά. Είμαι σίγουρος πως υπήρξε κάποιος ψηλός πύργος στη Βαβυλώνα, όπως και αρκετές προσωπικότητες και τοποθεσίες που αναφέρονται στη Βίβλο. Για να γίνουν όμως κατανοητά όλα αυτά που περιγράφονται στη Γένεση, και ειδικότερα στην ιστορία του πύργου της Βαβέλ, πρέπει να ιδωθούν ως συμβολισμοί. Η περίπτωση του πύργου μοιάζει εκ πρώτης όψεως να αφορά αποκλειστικά την τιμωρία που υπέστη η ανθρωπότητα λόγω της βλασφημίας της. Για μένα όμως, αποτελεί μία προφητεία για την πολιτισμική εξέλιξη του ανθρώπου, την ποικιλομορφία και την πολυφωνία των ιδεών, των νοοτροπιών, των πεποιθήσεων και των αντιλήψεων, τις οποίες βιώνουμε σήμερα στον μέγιστο βαθμό. Το ζητούμενο στο μύθο της Βαβέλ, δεν είναι μόνο η καταστροφή και η τιμωρία, αλλά η συνεχής, και με κάθε μέσο, αναζήτηση του ανθρώπου για το Θεϊκό στοιχείο. Βέβαια, η αναζήτηση αυτή, ακολουθεί μερικές φορές λανθασμένα μονοπάτια που μπορεί να χαρακτηριστούν από κάποιους «καταστροφικά» για την ψυχολογία, αλλά αυτό δεν το αντιμετωπίζω ως κάτι κακό ή αντίθετο με την ανθρώπινη φύση. Το να έχεις στραμμένο το βλέμμα σου προς τα άστρα δεν είναι κάτι ανίερο ή αμαρτωλό.

Τι έρευνα κάνατε για να γράψετε τον Ιό της Βαβέλ; Παρουσιάζετε και μία ενδιαφέρουσα λίστα πηγών στο τέλος τού βιβλίου…

Το διάστημα που γράφτηκε το συγκεκριμένο διήγημα (Σεπτέμβριος – Οκτώβριος του 2000) εργαζόμουν περιστασιακά σε μια δημοτική βιβλιοθήκη και είχα τη δυνατότητα πρόσβασης σε πολλά διαφορετικά βιβλία, τα οποία, ήθελα να διαβάσω σε μια μέρα μήπως και δεν προλάβω (δεν γνώριζα κι εγώ τι). Το άγχος εκείνο, σε συνδυασμό με μια ιστορία φαντασμάτων που μου διηγήθηκε ένα βράδυ κάποιος φίλος ενώ πίναμε κρασί, μού γέννησαν την ιδέα.

Να περιμένουμε σύντομα κάποια νέα συλλογή διηγημάτων ή ίσως ένα μυθιστόρημα; Θα γράψετε πάλι για… βιβλία;

Όπως ανέφερα πριν, βρίσκομαι στη μέση της συγγραφής ενός μυθιστορήματος, ενώ παράλληλα, δουλεύω κάποια διηγήματα. Το πότε θα εκδοθούν είναι άγνωστο, αλλά το μόνο που μπορώ να πω είναι πως μέσα στο 2020 θα εκδοθεί μία νουβέλα μυστηρίου και μεταφυσικής που γράφτηκε φέτος. Ενώ τα βιβλία μονοπωλούν τη σκέψη μου διαρκώς, αυτή τη φορά αντιστάθηκα στον πειρασμό και δε θα έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο, όπως στη συλλογή του ιού της Βαβέλ. Επιλέγω, άλλα θέματα· πιο μακρινά από τα βιβλία…

Δύο φράσεις που ακούγονται συχνά είναι «Δεν διαβάζω Έλληνες συγγραφείς» και «Θέλω να διαβάσω αλλά δεν έχω χρόνο». Πώς τις σχολιάζετε;

Δεν μου φαίνονται παράλογες ή υπερβολικές. Γύρω μας κυκλοφορούν πάρα πολλά, κακογραμμένα –χωρίς τη στοιχειώδη επιμέλεια– βιβλία που δυσφημούν αυτό που ονομάζεται λογοτεχνία και προσβάλλουν τη νοημοσύνη του μέσου αναγνώστη. Είναι πολύ φυσικό για κάποιον που πειραματίστηκε με σύγχρονους Έλληνες –και, ενδεχομένως, έπεσε πάνω σε «άσχημα» βιβλία– να έχει απογοητευτεί. Είναι τόσο μεγάλη η πληθώρα των εκδόσεων τύπου «αρπαχτής» σήμερα που, οι συγκεκριμένοι εκδοτικοί, προκειμένου να αποκομίσουν κέρδος από τα ποσά που πληρώνουν οι επίδοξοι συγγραφείς, κάνοντας ταυτόχρονα περικοπές από τα έξοδα επιμέλειας, ώστε το ποιοτικό επίπεδο έχει πέσει κατακόρυφα. Πριν από είκοσι πέντε χρόνια δε συνέβαινε αυτό. Για να εκδώσεις – για να ονομάζεσαι «συγγραφέας»– έπρεπε να αξίζεις πραγματικά και περνούσες από χίλια κόσκινα.

Όσο για τη δεύτερη φράση, σχετικά με την έλλειψη χρόνου: το βιώνω καθημερινά κι εγώ ίδιος. Ενώ έχω την άκρατη επιθυμία να διαβάσω, δεν διαθέτω τον απαιτούμενο –αδιάλειπτο είναι η σωστή λέξη– ελεύθερο χρόνο λόγω της βιοποριστικής δουλειάς μου και των οικογενειακών υποχρεώσεων.

Πώς θα κάνατε πιο ενδιαφέρον το μάθημα τής Λογοτεχνίας στα σχολεία; Εκτός αν είστε ικανοποιημένος με το status quo…

Δεν μπορώ να γνωρίζω την τρέχουσα κατάσταση γιατί έχουν περάσει τριάντα χρόνια σχεδόν που τελείωσα το λύκειο. Τότε εμείς διδασκόμασταν «Γλώσσα» και όχι «Λογοτεχνία». Το μόνο που έχω να πω από την προσωπική μου σχολική εμπειρία, είναι πως η λογοτεχνία δεν είναι μαθηματικά και λογικοί κανόνες (παρόλο που ο Πόε ισχυρίστηκε για το Κοράκι του πως είναι). Η ανάλυση της ποίησης στα σχολεία είναι σχεδόν εγκληματική (ακόμη θυμάμαι μια ανάλυση ενός ποιήματος του Σαχτούρη και αναριγώ). Οι φιλόλογοι –πλην μερικών λαμπρών εξαιρέσεων– ακολουθούν την «πεπατημένη», παπαγαλίζοντας την ίδια ανάλυση για χρόνια. Η ποίηση, όπως και ο πεζός λόγος, πρέπει να αντιμετωπίζεται όπως ένας αφηρημένος πίνακας ή ένα οποιοδήποτε έργο τέχνης: ως συνολική συναισθηματική αποτύπωση στο συνειδητό και στο υποσυνείδητο πεδίο. Δυστυχώς, έχουμε μάθει να βλέπουμε μόνο την αναλαμπή και λησμονούμε το μετείκασμα που, ουσιαστικά, είναι πιο ενδιαφέρον κομμάτι. Όσοι αριθμητικά είναι οι αναγνώστες ενός κειμένου, τόσα είναι και τα νοήματα και τα συναισθήματα που παράγονται, γιατί όλοι μας είμαστε διαφορετικές και πολυσύνθετες οντότητες. Κατά την προσωπική μου άποψη, η λογοτεχνία –και ειδικότερα η ποίηση– θα έπρεπε να διδάσκεται μόνο ως συζήτηση ή ανταλλαγή συναισθημάτων και να παραλείπεται η ανάλυσή της μέσω λογικών, και συστηματικών διαδικασιών. Φυσικά, η Γραμματική και το Συντακτικό είναι απαραίτητα, αλλά ως ξεχωριστό μάθημα.

Ποια είναι τα καλύτερα βιβλία που έχετε διαβάσει και ποιοι συγγραφείς σας έχουν επηρεάσει περισσότερο;

Ενδεικτικά θα αναφέρω τις «Μυθοπλασίες» του Μπόρχες, το «Γκόλεμ» του Γκούσταβ Μέιρινκ, «Το Σπίτι της Αβύσσου» του Γουίλιαμ Χόουπ Χόντζον, τη «Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» του Καρόλου Ντίκενς, το «Μέσα στον Καθρέφτη και τι βρήκε η Αλίκη εκεί» του Λιούις Κάρολ, τη «Δίκη» του Φράντς Κάφκα, τον «Βασιλιά με τα κίτρινα» του Ρόμπερτ Τσέιμπερς, τον «Δόν Κιχώτη» του Μιγκέλ ντε Θερβάντες, το «Megapolisomancy» του Παντελή Γιαννουλάκη, την «Πόλη και τα άστρα» του Άρθουρ Κλαρκ, άπαντα Λάβκραφτ, άπαντα Μάκεν, άπαντα Κ.Α.Σμιθ, άπαντα Μπλάκγουντ, άπαντα Μπράντμπερι. Ένας κατάλογος που φτάνει μέχρι τα αστέρια…

Ασχολείστε με το ιστορικό μυθιστόρημα; Αν γράφατε κάτι σχετικό, σε ποια ιστορική περίοδο θα το τοποθετούσατε;

Η αλήθεια είναι πως δε διαβάζω ιστορικά μυθιστορήματα, εκτός κι αν εμπεριέχουν στοιχεία που ερεθίζουν πραγματικά τη φαντασία μου ή παρέχουν πληροφορίες για μια ιστορική περίοδο για την οποία γράφω κάτι σχετικό ή αναφέρομαι σε αυτή. Είναι σίγουρο πως θα τοποθετούσα το έργο μου θα ήταν είτε στην Αναγέννηση (14ος-17ος αι.), είτε στη βικτωριανή εποχή (1837–1901) που είναι και η αγαπημένη μου.

Σας ευχαριστώ θερμά για τις εύστοχες ερωτήσεις σας. Πέρασα πολύ όμορφα απαντώντας σε αυτές. Σας εύχομαι προσωπικά μια δημιουργική χρονιά και στην Κοιλάδα της Γνώσης να εκπέμπει Φως και να εξουδετερώνει το σκοταδισμό που πλέον, έχει λάβει μεγάλες διαστάσεις στο διαδίκτυο.

Ο Δημήτρης Δελαρούδης με τον Βρετανό συγγραφέα Graham Masterton κατά την βράβευση τού διηγήματος του «Ούτε μια Λέξη» στον διαγωνισμό τού φεστιβάλ Fantasmagoria 2018.

Ευχαριστούμε και εμείς θερμά τον κ. Δελαρούδη και ευχόμαστε καλή συνέχεια και καλή επιτυχία στα νέα του βιβλία!

Φίλες και φίλοι, μείνετε συντονισμένοι στην Κοιλάδα της Γνώσης για περισσότερες συνεντεύξεις και άρθρα για βιβλία…

  • Ακολουθήστε μας στο Facebook εδώ
  • Γραφτείτε στην ομάδα μας Φίλοι Ιστορικού Μυθιστορήματος στο Facebook εδώ

Αφήστε μια απάντηση